Ο Πάολο Γενοβέζε στην όγδοη του σκηνοθετική προσπάθεια κέρδισε το κοινό της Ιταλίας, κόβοντας πάνω από 2.500.000 εισιτήρια, ενώ κέρδισε και τα δύο βασικά βραβεία (καλύτερης ταινίας και σεναρίου) David di Donatello. Είναι η τρίτη του μεγάλους μήκους ταινία και με καυστική διάθεση σχολιάζει την επίδραση της τεχνολογίας στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Πόσο απρόσωπες έχουν γίνει οι επαφές και πόσο εύκολο είναι άραγε, να κρυφτούν στα μηχανήματα του " σατανά " μυστικά, ικανά να διαταράξουν τις ισορροπίες και να διαλύσουν σχέσεις χρόνων;
Βρισκόμαστε στην Ιταλία και την πρωτεύουσα του πολιτισμού, Ρώμη. Μία παρέα φίλων έχει αποφασίσει να δειπνήσει. Πρόκειται για τρία ζευγάρια κι έναν πρόσφατα διαζευγμένο, που δεν κατάφερε να φέρει το νέο του φλερτ, καθώς την τελευταία στιγμή αρρώστησε. Η ομήγυρη αποφασίζει να παίξει ένα παράτολμο παιχνίδι. Θέτει τα κινητά στο κεντρικό τραπέζι κι η κάθε ενημέρωση είναι υποχρεωμένη να κοινοποιηθεί στο σύνολο. Έτσι, μοιράζονται το περιεχόμενο των μηνυμάτων, των email και των ειδοποιήσεων από μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Είναι όμως έτοιμοι για μια τέτοια διαδικασία;
Μία ταινία, που σκηνή προς σκηνή μετέφερε στα ελληνικά ο συμπαθής, Θοδωρής Αθερίδης και πήγε περίφημα. Έτυχε όμως, να δω πρώτα την ιταλική. Κατανοούμε, πως κάθε παράμετρος έχει τα θετικά και τα αρνητικά της. Βλέπουμε πόσο απρόσωπα έχουν γίνει τα πράγματα στην εποχή μας και πως η ουσία και τα συναισθήματα έχουν στην πραγματικότητα χαθεί. Το Internet αποτελεί ένα μεγάλο φακέλωμα όλων, έναν " ρουφιάνο ", που ανά πάσα στιγμή μπορεί να μας φέρει προ δυσάρεστων εκπλήξεων σε διάφορα επίπεδα. Oυδέν κρυπτόν. Όπως όλα τα μέσα, ο σύγχρονος άνθρωπος πρέπει να το χρησιμοποιεί με σύνεση και λογική, ως εργαλείο για τη δουλειά του. Αν ξεπεράσει τα όρια, δεδομένα θα τον προδώσει.
Η τραγική ειρωνεία κρύβεται στη φράση, " δεν έχουμε τίποτα να κρύψουμε ". Τι θα σηματοδοτήσει όμως το τέλος της βραδιάς; Μίας νύχτας, που η αφορμή της συνάντησης είναι η ολική έκλειψη της σελήνης. Ίσως κάτι να θέλει να μας πει μεταφορικά ο σκηνοθέτης. Είναι δύσκολο να κρυφτείς κι αν έχεις υποπέσει σε ατόπημα, αργά ή γρήγορα, θα φανερωθείς από μόνος σου, υποσυνείδητα σε ανύποπτο χρόνο. Ένα παιχνίδι είναι κι η ίδια η ζωή. Αυτό που παρακολούθησα με ενδιαφέρον, από τη στιγμή που όλο το φιλμ εκτυλίσσεται στον ίδιο χώρο, είναι οι αντιδράσεις κι οι εναλλαγές συναισθημάτων. Σαν το ταξίδι να έχει σημασία κι όχι η Ιθάκη.
Με κύριο γνώρισμα τη θεατρικότητα, η ταινία κάνει γκελ κι είναι μία πολύ καλή επιλογή για θερινό σινεμά και λίγη περισυλλογή στη συνέχεια, μία νύχτα μεταξύ Ιουλίου κι Αυγούστου. Έχουμε πραγματικά εμπιστοσύνη στον άνθρωπο που στέκεται δίπλα μας; Μέσα από τα κακώς κείμενα, που θίγονται έμμεσα κι άμεσα, εμείς πρέπει να φτάσουμε στο ζην αξιοπρεπώς. Κι όπως έλεγε κι ο Κ. Καβάφης αν την ζωή του δεν μπορείς να την κάνεις, όπως τη θέλεις, τούτο προσπάθησε μονάχα, μην την εξευτελίζεις. Για τους λάτρεις του Γενοβέζε, έρχεται το " Τhe Place " κι οι τρεις από τους εφτά πρωταγωνιστές είναι ίδιοι. Αναμένετε, λοιπόν ...
Τα προβλήματα το προηγούμενο διάστημα στη Θεσσαλονίκη ήταν μεγάλα. Ευτυχώς στη δύση του Ιουλίου φύσηξε κι ο Θερμαικός καθάρισε από το φυτοπλαγκτόν και τη δυσωδία. Πλήθος κόσμου βρέθηκε στην παραλία από το Λιμάνι μέχρι το Μέγαρο Μουσικής κι απόλαυσε το καλοκαιρινό αεράκι κι επιτέλους τα γαλανά νερά για φέτος. Νέοι, μεγαλύτεροι, Έλληνες και ξένοι άδραξαν την ευκαιρία και πήραν μία ανάσα δροσιάς, μέσα στο καλοκαίρι.
Στις περισσότερες χώρες του εξωτερικού δεν υπάρχει ο καφές στο χέρι, όπως δεν υπάρχει κι η κρύα εκδοχή του. Στην Ελλάδα η σχέση μας με τον καφέ είναι παθολογική, ερωτική θα τολμούσα να πω. Είναι δομημένη έτσι η οικονομία, η κοινωνία, που με τη δύναμη της συνήθειας, όλα συντείνουν προς αυτήν την κατεύθυνση. Είναι απαραίτητα καλό όλο αυτό; Μεγάλη συζήτηση, που είναι αμφίβολο αν θα βγάλει καθολικό ορθό αποτέλεσμα.
Η Θεσσαλονίκη έχει εκατοντάδες καφετέριες. Στο κέντρο, στις συνοικίες, στη θάλασσα, ή ψηλότερα στα προάστια κι όμως την τελευταία τριετία, εν μέσω κρίσης, έχει ξεκινήσει μία επανάσταση. Ανοίγουν συνεχώς αλυσίδες καταστημάτων, με cafe στο χέρι (take away). Κάτι ανάλογο μπορεί να συμβαίνει και στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις της περιφέρειας οι διαστάσεις που έχει πάρει όμως στην πόλη μας, δεν έχει προηγούμενο. Και το αναφέρω με πάσα βεβαιότητα, καθώς συνεχώς ταξιδεύω στην επικράτεια.
Την αρχή έκαναν δύο αλυσίδες από τη Λάρισα. Τα Mikel και Βrunο πέρασαν την ιδέα στον κόσμο και την καλλιέργησαν στη συνείδησή του, ακολούθησε η μεγάλη τοπική αλυσίδα, " Todaylicious ", που συνδύασε ψιλικά είδη με φθηνά ροφήματα. Τα φραντσάιζ αυξάνονται θεαματικά. Πάρα πολλοί άνθρωποι επενδύουν, προσπαθώντας να εξασφαλίζουν τα προς τη ζην, σε μία δύσκολη εποχή. Το τελευταίο μεγάλο μπαμ έγινε με τα Coffee Ιsland, που πραγματικά τη δεδομένη στιγμή σαρώνουν την αγορά. Από τη Βραζιλία ... στη Ελλάδα.
Βρήκαμε, λοιπόν, έναν άνθρωπο που έκανε αυτήν την επιλογή, να ανοίξει ένα τέτοιο κατάστημα, θέλησε όμως να διατηρήσει την ανωνυμία του. Ο Νίκος μας λέει, πόσο δύσκολη ήταν αυτή του η απόφαση. Ρίσκαρε τις οικονομίες μίας ζωής, για να μείνει στη χώρα, επειδή αγαπάει τον τόπο του και δεν ήθελε να μεταναστεύσει στο εξωτερικό, όπως κάποτε οι γονείς του. Μόχθησε, πιέστηκε, στερήθηκε, αλλά τα κατάφερε και σήμερα, μετά από τρία χρόνια, κοντεύει να κάνει τη δική του προσωπική απόσβεση. Τόλμησε και δικαιώθηκε. Μεγάλη υπόθεση να βλέπεις το " παιδί " σου να μεγαλώνει και να σε δικαιώνει.
Σε δεύτερο επίπεδο αναπτύχθηκε τα Coffeebrands, τα Seven και το Origami. Πλέον, η κατάσταση έχει φτάσει σε οριακό σημείο κι η μάχη για την επιβίωση, ισοδυναμεί με την αδυσώπητη καθημερινότητα. Όπως είναι φυσικό δεν θα αντέξουν όλοι τον ανταγωνισμό. Ίσως κάποιοι, οι τελευταία ειδικά, να έπεσαν και στην παγίδα μίας φούσκας που σύντομα θα σκάσει και θα φέρει αρκετές οικογένειες, προ δυσοίωνων καταστάσεων.
Η νέα μόδα πάντως στη Θεσσαλονίκη είναι αυτή, ο καφές στο χέρι, στα γρήγορα. Eίτε είσαι μαθητής, φοιτητής ή επαγγελματίας εργαζόμενος. Το συναντάς παντού. Άλλωστε οι ρυθμοί ζωής αλλάζουν. Γίνονται πιο γρήγοροι, πιο απαιτητικοί. Το " χαλλλαρά " δίνει σιγά σιγά τη θέση του στο βιαστικά κι αυτή η καινοτομία, έχει γίνει πλέον συνήθεια. Και δεν είναι μόνο το οικονομικό, αλλά και το πρακτικό. Όσοι έχουν δουλειά τη σήμερον ημέρα τρέχουν ...
Aπόγευμα Σαββάτου 22 του Ιούλη. Αποφασίζω μία βόλτα στο άδειο κέντρο της πόλης. Όπως κάθε Σαββατοκύριακο στην καρδιά του καλοκαιριού, οι κάτοικοι ό,που φύγει, φύγει κι η Χαλκιδική βουλιάζει. Δεν σας κρύβω, πως μου αρέσει η ησυχία της πόλης κι ας είναι η ζέστη αφόρητη, που συνδυασμό με την υγρασία καθιστά την ατμόσφαιρα αποπνικτική.
Παρκάρω, λοιπόν, στο ύψος της Αγίου Δημητρίου και κατηφορίζω, προς την αρχαία Ρωμαική αγορά. Είναι μία έκπληξη για μένα, να μην συναντώ γνώριμες φιγούρες. Και δεν εννοώ φίλους και γνωστούς, αλλά Έλληνες. Τουρίστες από τη μία, μετανάστες από την άλλη. Ένα μωσαικό εθνικοτήτων σε ένα " ντοκιμαντέρ " μικρού μήκους, που εκτυλίσεται μπροστά από τα μάτια μου μέσα σε ένα διάστημα μικρότερο των είκοσι λεπτών.
Η ιστορία αναβιώνει η πρώτη μου σκέψη. Η Βαλκανοποίηση όμως, της Νύφης του Θερμαικού, φυσικά και δεν με χαροποιεί. Θα επιζητούσα, όπως κάθε πολίτης, που σέβεται κι αγαπάει τον τόπο του, μία αλλαγή προς τα πάνω, προς κάτι καλύτερο. Συνάντησα ανθρώπους να με ρωτούν που βρίσκονται θέρετρα πολιτισμού κι αξιοθέατα. Τους καθοδήγησα, αλλά συνειδητοποίησα, μετά λύπης μου, πως έχουμε θάψει τον πλούτο μας.
Συνέχισα, να κατηφορίζω. Πέρασα την Εγνατία και διέσχισα την πλατεία Αριστοτέλους. Παρατήρησα την αρχιτεκτονική μερικών κτιρίων. Μπορεί να ήταν η πρώτη φορά που είχα τον χρόνο και το χώρο να το κάνω. Συνάντησα, ανθρώπους στα όρια της ανέχειας, άλλους υπό την επήρεια ουσιών (αλκοόλ και ναρκωτικών). Διόλου τιμητική εικόνα. Αλλά από την άλλη νέα παιδιά χαμογελαστά και ξέγνοιαστα. Έφτασα έξω από το Ολύμπιον, είδα πρόσωπα δυσαρεστημένα, " it΄s smell horrible ", αναφωνούσαν.
Πράγματι, υπήρχε μία πολύ δυσάρεστη οσμή. Ευτυχώς τα σκουπίδια είχαν μαζευτεί. Η μυρωδιά ερχόταν από τη θάλασσα. Παρ΄ότι δεν φυσούσε, υπήρχε άπνοια για την ακρίβεια, το φυτοποπλαγκτόν έκανε και πάλι την εμφάνισή του. Από το λίγο, που μπόρεσα να διακρίνω, αλλόκοτο χρώμα και πλήθος μεδουσών, όπως και συσσωρευμένα μικροσκουπίδια, την ώρα που δίπλα ο κόσμος προσπαθούσε να απολαύσει τον περίπατό του. Σήμερα διάβασα μάλιστα πως το φαινόμενο τείνει να γίνει μόνιμο. Μακάρι να διαψευστούν οι ειδικοί.
Αυτή ήταν φίλοι μου, η Σαββατιάτικη μου έξοδος. Βίωσα την ταυτότητα της πόλης να αλλάζει και πιστέψτε με, ελάχιστοι έχουν την ευκαιρία να υποστούν αυτό το σοκ και να διαπιστώσουν το μέγεθος της κατάστασης, σκεπτόμενοι τις συνέπειες, όσων συμβαίνουν σήμερα και θα επηρεάσουν το μέλλον μας άμεσα. Πολλές φορές πρέπει να κρούουμε τον κώδωνα του κινδύνου, πριν είναι αργά, πολύ αργά.
O Φιλίπ Ντε Σοβερόν επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη κι αυτή τη φορά στο πλάι του είναι και πάλι ο σπουδαίος, Κριστιάν Κλαβιέ, σε ρόλο πρωταγωνιστή. Μετά την τεράστια επιτυχία, του " Θεέ μου τι σου κάναμε " (2014), που έσπασε τα ταμεία, η απουσία του Γάλλου ηθοποιού ήταν εμφανέστατη στο " Άμεση Αποβίβαση ", γι΄αυτό κι ο 52χρονος σκηνοθέτης επέστρεψε στην πεπατημένη. Μία ταινία πιο καυστική από τη μεγάλη του επιτυχία, με λιγότερο χιούμορ κι ίσως περισσότερα μηνύματα, για την Ευρώπη, που μας ξημερώνει.
Ένας διανοούμενος μεσήλικας αριστερός, με αξίες κι ιδανικά, πλην όμως αστός, χάρη στη περιουσία της συζύγου του δε διστάζει, κατά τη διάρκεια ενός ντεμπέιτ με ακροδεξιό υποψήφιο, να προσκαλέσει ανοιχτά στο σπίτι του, όποιον πρόσφυγα και δη " Ρομά " έχει θέμα με την επιβίωσή του. Κι όμως κάποιοι τρελοί τολμούν, βρίσκουν το θάρρος γεμάτοι θράσος να του χτυπήσουν το κουδούνι και να τον " εκβιάσουν ". Φανταστείτε το κόστος μίας ενδεχόμενης άρνησης. Μέρα τη μέρα, όσο θετικά διακείμενος κι αν είναι αρχικά, καταλαβαίνει πως το μείγμα είναι εκρηκτικό και το μπαμ δεν θα αργήσει να συμβεί.
Είναι μία βαθιά κοινωνική κωμωδία, σε μία εποχή τεράστιου ρεύματος προσφύγων στη Μεσόγειο. Άλλωστε μη ξεχνάτε πως τόσο στη Γαλλία, όσο και σε χώρες της κεντρικής Ευρώπης, ο κίνδυνος του φασισμού ελλοχεύει και τα ποσοστά απήχησής του αυξάνονται δραματικά στα χρόνια μας. Εδώ ο Κλαβιέ (Ζαν Ετιέν Φουζερόλ), πηγαίνει στο άλλο άκρο, της αριστεράς, του ανθρωπισμού. Πάντα όμως φινετσάτος και με το ταμπεραμέντο του δίνει το δικό του χρώμα στη ταινία.
Άξιος συμπαραστάτης, ο Άρι Αμπιτάν (Μπαμπίκ), του έχει κολλήσει το προσωνύμιο, " αγκαλίτσας " . Είναι ο αρχηγός της οικογένειας. Αυτός είναι ο ρόλος του κι η μοναδική του δεξιότητα, να δίνει εντολές. Είναι όμως τίμιος κι ηθικός. Το σκηνικό γίνεται κάποιες στιγμές πολύ ροκ. Οι άνθρωποι εκμεταλλεύονται τα γεγονότα, προς όφελός τους, αγνοώντας πολλές φορές τις συνέπειες και τις προεκτάσεις. Κάπως έτσι ο οικοδεσπότης επωφελείται του γεγονότος κι οι πωλήσεις του βιβλίου του, " Με ανοιχτές αγκάλες ", ανεβαίνουν κατακόρυφα.
Τελικά μέσα από ανατροπές φτάνουμε και σε αυτό το φιλμ σε έναν περίεργο γάμο γεμάτο αντιθέσεις. Κι όμως κι εδώ ο Κλαβιέ υποχωρεί κι όπως με τον Αφρικανό, στην πρώτη μεγάλη επιτυχία, εδώ με τον Ρομά, τα βρίσκουν μία χαρά και το σκηνικό μεταφέρεται για το φινάλε στη Ρουμανία, σε κλίμα γιορτής και πανηγυριού.
Είναι ξεκάθαρα ένα αντιρατσιστικό φιλμ, που περνάει τα μηνύματα της αλληλεγγύης, του σεβασμού στη διαφορετικότητα και δείχνει πως ακόμα κι αυτοί που στα λόγια φαντάζουν δυνατοί, κρύβουν άλυτους γρίφους ως μυστικά μέσα τους. Μία προβολή, τροφή για σκέψη, για την Ευρώπη του σήμερα, αλλά κι αυτή του αύριο. Πλέον ο διαχωρισμός είναι αριστερός ή δεξιός ή άνθρωπος και μη;
Αυτό το καλοκαίρι έχει μία δεύτερη σπουδαία ιταλική δουλειά, μετά το "Ο γιατρός έχει τρεχάματα", τα "Παράπονα στον Δήμαρχο" των Σάλβο Φικάρα και Βαλεντίνο Πικόνε, που μετά την επιτυχία τους στο Θέατρο, τα καταφέρνουν μία χαρά και στην μεγάλη οθόνη τόσο ως σκηνοθέτες, όσο κι ως πρωταγωνιστές. Πρόκειται για μία μεσογειακή κωμωδία με καυστικό κοινωνικοπολιτικό χιούμορ, για όσα βιώνουμε καθημερινά, ως αντίκτυπο μίας εποχής που πέρασε, αλλά άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια της στις επόμενες γενιές.
Βρισκόμαστε στο γραφικό χωρίο Πιετραμάρε της Σικελίας. Πλησιάζουν οι εκλογές. Από την μία ο απόλυτα διεφθαρμένος, δήμαρχος για χρόνια, Γκαετάνο Πατάνε ("αυτοί έδιναν υποσχέσεις κι εμείς πληρώναμε χρέη") κι από την άλλη ο σοβαρός, μετριοπαθής δάσκαλος, Πιερπάολο Νατόλι, που τον διέπουν ύψιστες αξίες κι ιδανικά. Κι ενώ το σαθρό "παλιό" φαντάζει ακλόνητο φαβορί για την επανεκλογή του, γίνεται η πλήρης ανατροπή και δήμαρχος εκλέγεται ο πιο ανθρώπινος, ο ορθολογιστής. Φτάσαμε στην εποχή μας, το απόλυτα φυσιολογικό, να φαντάζει είδηση, γεγονός!
Ξαφνικά η πόλη συνέρχεται. Τα σκουπίδια στους κάδους, η ανακύκλωση ξεκινά, τα αυτοκίνητα περιορίζονται, ζητούνται άδειες από τους καταστηματάρχες. Οι νόμοι επιτέλους εφαρμόζονται. Κι όμως όλο αυτό κακοφαίνεται στους κατοίκους. Το σοκ είναι τόσο μεγάλο. Αδυνατούν να προσαρμοστούν. Μα αυτοί ψήφισαν την αλλαγή. Ήταν όμως προετοιμασμένοι να την δεχθούν στην πράξη; Μεγάλο ερώτημα και μην πάμε μακριά. Στη χώρα μας περάσαμε το 2015 κάτι ανάλογο. Και μάλλον κι εμείς κάναμε άτακτη οπισθοχώρηση την κρίσιμη στιγμή. Πόσο εύκολα ενθουσιάζει άραγε η ιδέα της αλλαγής και συγχρόνως πόσο δύσκολο είναι να την στηρίξουμε έμπρακτα;
Η σάτιρα μου θύμισε αρκετά το περσινό, "πού πάω θεέ μου", αλλά εδώ προστίθεται η έννοια της ηθικής, την οποία έχουμε δυστυχώς απολέσει. Ο κόσμος καταδίκασε τον πρώτο δήμαρχο στον πλανήτη, που εφάρμοσε όλες του τις προεκλογικές εξαγγελίες. Κάτι από Ιησού και Βαραββά, αν θέλετε να κάνουμε ένα παραλληλισμό και μία μίνι σύνδεση με την ιστορία που μας διδάσκει. Κι αυτό είναι ένα δείγμα πως το σύμπαν μαυρίζει. Είναι σημάδι της εποχής. Πολλές φορές μέσα από το χιούμορ, περνάνε τόσο δυνατά μηνύματα. Και σήμερα βρισκόμαστε στο ίδιο οριακό σημείο ως ανθρωπότητα.
Κι όλο αυτό είναι καθολικό, από την Ιταλία μέχρι την Αμερική, την Αφρική, την Κίνα και την Αυστραλία. Ισχύει σε όλον τον κόσμο. Η σύμπραξη πολιτείας, μαφίας, εκκλησίας αποτελεί ταφόπλακα, δείχνει πως όλοι οι κατά τόπους κραταιοί φορείς, αποτελούν γρανάζια ενός συστήματος, που μαθηματικά κάποτε θα διαλυθεί. Ίσως χρειαστεί να βαφτεί με αίμα η επανάσταση, αλλά η επανεκκίνηση θα γίνει. Είναι απλά θέμα χρόνου. Ο φόβος κυριεύει τους πολίτες κι αυτός είναι ο μεγαλύτερος σύμμαχος των συμφερόντων.
Μία σπουδαία ταινία, που με ευαισθητοποίησε και με έθεσε σε ρόλο πρωταγωνιστή. Δυστυχώς, το φινάλε δεν είναι ελπιδοφόρο. Ο σύγχρονος άνθρωπος αγαπά τον λιγότερο δυνατό κόπο. Όμως χωρίς συλλογική προσπάθεια και προσωπική υπέρβαση του καθενός, ποτέ μα ποτέ ο κόσμος μας δεν θα γίνει καλύτερος.
Ο Φιλίπ Λασό σκηνοθετεί για τον εαυτό του και μία πλούσια γκάμα ηθοποιών μία κωμωδία, που κέρδισε τον κόσμο στη Γαλλία, ενδεικτικό του πόσο έχει ανάγκη ο σύγχρονος άνθρωπος να γελάσει. Μετά το " Babysitting " (2014), το "Αlibi.com (2017). Δύο ταινίες που έσπασαν τα ταμεία στη μεσογειακή χώρα και τις παρακολούθησαν πάνω από 5.500.000 θεατές.
Ο πρωταγωνιστής έχει μία επιχείρηση, ικανή να σκαρφιστεί κάθε πιθανή κι απίθανη δικαιολογία, ώστε να καλύψει άπιστους κάθε ηλικίας και κοινωνικού-μορφωτικού επιπέδου. Η ζωή του κυλάει ομαλά, μέχρι να γνωρίσει τον έρωτα της ζωής του, τη Φλοράνς. Τότε είναι αναγκασμένος να μπει σε ένα παιχνίδι αλυσιδωτών συμπτώσεων, που προσφέρει, μέσω της έντασης, γέλιο σε όλους όσους την παρακολουθούν.
Είναι τυχαίο, ότι μεγάλο μέρος του φιλμ διαδραματίζεται στις Κάννες; Ίσως οι φιλοδοξίες του Λασό για το μέλλον, να φτάνουν μέχρι εκεί. Η συνεχής ακροβασία ανάμεσα στο είναι και το φαίνεσθαι, από τη μία μας κρατάει σε εγρήγορση, από την άλλη, από ένα σημείο και πέρα, η επανάληψη κουράζει. Είναι όμως κάτι που ψάχνει ο σύγχρονος άνθρωπος. Ψυχαγωγία, χαλαρότητα, χιούμορ.
Το κάστινγκ ιδανικό, από τον σκηνοθέτη-πρωταγωνιστή, στην Ε.Φλοντάν (Φλο), που γνωρίσαμε στο " Θεέ μου τι σου κάναμε ", στους γονείς της, Ναταλί Μπάιγ κι ειδικά τον Ντιντιέ Μπορντόν, που στα πενήντα του, προσπαθεί να υποδυθεί τον εραστή. Είναι μία φιγούρα πάντως, που προκαλεί κύμα γέλωτος, όπως παρουσιάζεται και κερδίζει τον κόσμο, με τη συνολική του παρουσία.
Λατίνα τραγουδίστρια, από φωνή ... κορμάρα, μαφιοζός, πλην τίμιος, με τσίρκο, η διαδρομή Κάννες-Τανζανία, τόσο κοντινή και συγχρόνως τόσο μακρινή, χροιά από προσφυγικό, αντιρατσιστικό μήνυμα για τις μειονότητες κι ένα κράμα ασύνδετο, που φαντάζει ταιριαστό. Στοιχεία, που μαζεμένα μπορούμε να συναντήσουμε, μόνο σε μία ταινία.
Το φινάλε, όπως συνηθίζεται στις κωμωδίες, happy, με την αγάπη να νικάει, κόντρα σε όλα τα εμπόδια που παρουσιάστηκαν στη διαδρομή. Και μάλιστα κερδίζει σ΄όλα τα επίπεδα. Το ζευγάρι των γονέων, βρίσκει ξανά χημεία και κίνητρο να αναζωογονηθεί, ενώ ο έρωτας και το πάθος κυριαρχούν στους νεαρούς.
Μία χαλαρή κωμωδία, για μία βραδιά του καλοκαιριού, σε ένα θερινό σινεμά, δίχως βαθυστόχαστες ιδέες και μηνύματα. Στιγμές ξέγνοιαστες, για μία οικογένεια, μία παρέα, τον καθένα.
Ο νεαρός Ιταλός σκηνοθέτης, Φραντσέσκο Αμάτο, μετά την επιτυχία του Cosimo and Nicole (2012), που του έδωσε Βραβείο στη Ρώμη, επιστρέφει δυναμικά στη Μεγάλη Οθόνη, με μία κυνική κωμωδία για το σήμερα. Πρωταγωνιστής του, ο κορυφαίος ηθοποιός της γειτονικής χώρας, Τόνι Σερβίλο, που έχει συνδέσει το όνομα του, με τις τεράστιες επιτυχίες του Πάολο Σορρεντίνο, ενώ πριν λίγους μήνες τον είδαμε να πρωταγωνιστεί και στις Εξομολογήσεις, του Ρομπέρτο Αντό.
O Eλία Βενέτσια είναι ένας Εβραίος, διαζευγμένος, ψυχαναλυτής, που ζει στη Ρώμη. Καθημερινά ακούει τους ασθενείς του, ενώ έχει γράψει και τα δικά του βιβλία, πάνω στο αντικείμενο. Θεωρείται από τους καλύτερους στο είδος του. Αρκεί όμως αυτή, η αναγνώριση, για να νιώθει ο ίδιος απόλυτα γεμάτος; Όλα ξεκινούν από ένα καρδιακό επεισόδιο. Αναγκάζεται να αλλάξει συνήθειες στην καθημερινότητά του, να δώσει χρόνο στον εαυτό του κι εν τέλει να αναθεωρήσει κοσμοθεωρία του, κερδίζοντας ξανά τη ζωή.
Η αλληλεπίδραση ενός ευφυή, ευγενικού, εγωκεντρικού μεσήλικα, με μία νέα, γοητευτική, σέξυ, παρορμητική, personal trainer, δίνει μεγάλο ενδιαφέρον στην ταινία. Η σχέση τους ακροβατεί μεταξύ της φιλίας και του έρωτα. Από τη μία η γοητεία και το κύρος του επιτυχημένου επιστήμονα, του μορφωμένου ανθρώπου κι από την άλλη η αντισυμβατική και παράτολμη, Λατίνα, Σπανιόλα, γυμνάστρια. Ο ένας βοηθάει τον άλλον. Νους υγιής, εν σώματι υγιεί ...
Ο πετυχημένος γιατρός, καταλαβαίνει, μέσα απ΄όλη αυτή την περιπέτεια, πως έχει αδυναμίες, όπως όλοι οι άνθρωποι. Ο έρωτας για το νέο, η ζήλια για την πρώην γυναίκα του, που βγαίνει με έναν άγνωστο. Η κουβέντα με τον γιο του, που του ανοίγει τα μάτια, λέγοντάς του την αλήθεια. Καταφέρνει να ξεπεράσει τον εαυτό του, τα ταμπού, τις προκαταλήψεις και ζει μέσα σε συνθήκες ασυνήθιστης έντασης για τα δεδομένα του. Ένα " ευχάριστο " διάλειμμα.
Θίγονται, έμμεσα, αλλά κι άμεσα, κακώς κείμενα της κοινωνίας, όπως η θρησκοληψία, που κυριαρχεί στη Ρώμη με τον καθολικισμό, ή τα ταμπού για τους ομοφυλόφιλους, τις παράλληλες σχέσεις, τα καρτέλ ναρκωτικών, την εγκληματικότητα, την παιδική βία και το μπούλινγκ στο σχολείο. Φαινόμενα και προβλήματα κοινά στις μεσογειακές χώρες. Τι άλλο να ζητήσει κανείς από μία κωμωδία;
Το εκτόπισμα του αειθαλή, Τόνι Σερβίλλο απογειώνει το φιλμ. Άξιοι συμπαραστάτες του είναι όμως η Βερόνικα Ετσεγκούι (Μην εμπιστεύεσαι κανέναν), στον ρόλο της νεαρής γυμνάστριας, η Κάρλα Σινιόρις (Τζιοβάνα), γοητευτική σύζυγος του Ελία, αλλά κι ο Λούκα Μαρινέλι, σε έναν extreme ρόλο, ανάμεσα στο κακό και το αγαθό. Και το κερασάκι στην τούρτα η μουσική. Δένει και προάγει την πλοκή.
Είχα καιρό να περάσω ένα τόσο όμορφο βράδυ. Κατανόησα ποιες είναι οι νόσοι της εποχής. Πόσο πονάει η μοναξιά ( " Αν παριστάνεις τον ανώτερο, θα καταλήξεις μόνος " ) κι ότι ποτέ δεν είναι αργά για το απόλυτο restart. Γέλασα, έλαβα τροφή για δεύτερη σκέψη κι ένα πολύ δυνατό αντιρατσιστικό μήνυμα, την ώρα που και στη Θεσσαλονίκη συνέβει το pride. " Zήτω οι αδελφές ", αναφωνεί ο Λ.Μαρινέλι στο φινάλε.
Από νεαρή ηλικία διάβαζα πράγματα σε βιβλία, που μεγαλώνοντας τα βρίσκω ολοένα και περισσότερο μπροστά μου. Εκείνη τη στιγμή, της ανάγνωσης, δεν είχα την ωριμότητα να αφουγκραστώ πλήρως το νόημα των λέξεων, απορροφούσα όμως σας σφουγγάρι κι αποθήκευα, σχεδόν το κάθε τι. Από όταν ήμουν μικρό παιδί, στα αυτιά μου ηχούσαν, αρχαία ρητά. " Παν μέτρον άριστον ", " Νους υγιής, εν σώματι υγιή " κι άλλα τέτοια πολλά. Προσπαθούσα να εξηγήσω ... μάταια. Η σοφία απορρέει από την εμπειρία.
Τα χρόνια όμως πέρασαν, περνάνε κάθε μέρα και πλέον νιώθω δυνατός, χάρη σε εκείνο τον αγώνα μου. Να γυμναστώ, να γίνω πρωταθλητής, να χτίσω χαρακτήρα και να μελετάω να μοχθώ, να βελτιώνομαι. Μία πολυσχιδής σπουδή. Βήμα βήμα να οικοδομήσω κάτι. Κατάφερα να αναπτύξω μία προσωπικότητα δυνατή, με όπλα την κριτική σκέψη και την διορατικότητα, που δύσκολα βάλλεται και παρασύρεται. Είμαι περήφανος που από τη μία δεν είμαι ευάλωτος στις " νόσους " της επόχης κι από την άλλη είμαι άνθρωπος με συναισθήματα, ευαισθησίες κι αδυναμίες. Αυτό δεν αλλοιώθηκε. Δεν έγινα απόλυτα κυνικός, για να επιβιώσω.
Καθημερινά, στην εφημερίδα, έγραφε για αυτοκτονίες. Ο αριθμός από το 2010, συνεχώς αυξάνει. Πάντα με προβλημάτιζε, πως ένας άνθρωπος, έφτανε-φτάνει εκεί, σε αυτό το σημείο απελπισίας. Μπορεί να ήταν στην Αθήνα, στην Πάτρα, σε κάποιο νησί, έψαχνα να βρω τις προεκτάσεις και τις συνθήκες. Φυσικά τα Μέσα το πουλούσαν μέχρι να στεγνώσει το αίμα, στη συνέχεια το έθαβαν κι είχαμε τεχνηέντως μία αποσιώπηση κι απόκρυψη του προβλήματος. Αν το ψάξει κάποιος όμως, τα νούμερα είναι ενδεικτικά της κατάστασης, που βιώνουμε καθημερινά.
Χθες έλαχε, το μοιραίο να έρθει κοντά. Χτύπησε την πόρτα του γείτονα. Μία πτώση, ένας θόρυβος κι ησυχία. Άνθρωποι φοβικοί και φοβισμένοι στα μπαλκόνια. Δεν τόλμησαν να κατέβουν στον δρόμο. Σειρήνες και πάλι σιωπή. Οι καιροί δύσκολοι και πρέπει όλοι μας να έχουμε αντιστάσεις, υπομονή κι επιμονή. Οι παραμένοντες δηλαδή, στη χώρα. Η ανθρώπινη ζωή είναι η υπέρτατη αξία. Και κανείς δεν αξίζει τις θυσίες, κυριολεκτικά και μεταφορικά, που γίνονται σήμερα.
Ακόμα κι ένα τόσο τραγικό συμβάν, πρέπει να σε κάνει σοφότερο. Να σκεφτείς, να εμβαθύνεις και στο βάθος να πολεμήσεις, για το καλό το δικό σου κι αν θέλεις και μπορείς των συνανθρώπων σου. Διότι το προλαμβάνειν (το κακό) είναι όλη η ιστορία, η ουσία ... Ήταν ένα περίεργο βράδυ, που το σκοτάδι κάλυψε τα κακώς κείμενα, έκρυψε το αίμα, μίκρυνε τους ανθρώπους και τώρα που ξημέρωσε το κρίμα πέφτει στους λίγους, τους οικείους, όπως συνηθίζεται ...
Θεσσαλονίκη, Μάιος 2017, Ελλάδα, Μάιος 2017, πού πάμε; Μία κραυγή, συγχρόνως, απόγνωσης για το τώρα κι αγωνίας για το αύριο. Λέγεται ότι, ελπίδα κάθε τόπου είναι οι νέοι, που κατ΄έναν μαγικό τρόπο εδώ έχουν εγκλωβιστεί κάπου μεταξύ των οθονών (εικονική πραγματικότητα) και των καφετεριών κι αδυνατούν να ζήσουν και να ονειρευτούν. Μοναδική διέξοδος, για όσους συνειδητοποιημένους, μοιάζει το τέλος των σπουδών κι ο δρόμος της φυγής, της μετανάστευσης, στο εξωτερικό, ώστε να πάρουμε, όσα μας αξίζουν.
Σημασία έχει όμως τι κάνεις, όσο είσαι εδώ; Παρατηρώ καθημερινά, πρόσωπα, συμπεριφορές, καταστάσεις, ο φόβος ελλοχεύει, στοιχειώνει ανθρώπους κάθε ηλικίας. Τα Μέσα τρομοκρατούν, προβάλλοντας εικόνες χειρότερες απ΄αυτές που βιώνουμε, ώστε να επαναπαυτούμε στα λίγα. Κανείς δεν τολμά να αποτινάξει τον ζυγό κι όσοι ακόμα το προσπαθούν, χαρακτηρίζονται ρομαντικοί, γραφικοί, βλάκες. Αν εμείς οι ίδιοι δεν νοιαστούμε για το μέλλον, το δικό μας, των παιδιών μας και του τόπου μας, τότε ποιος;
Η Ελλάδα νομοτελειακά εξελίσσεται σε μία Βαλκανική χώρα μεγάλων αντιθέσεων, που μόλις βγει από την τεχνητή κρίση, που στραγγαλίζει καθημερινά τον κόσμο, θα είναι ακόμα ένα σύνολο ανθρώπων των άκρων. Με φτηνό εργατικό δυναμικό, πολυεθνικές, συμφέροντα, πλειοψηφία που θα φυτοζωεί κι ελάχιστους πλούσιους, που θα τα έχουν καλά με τους δυνατούς ανά τον κόσμο. Ο καπιταλισμός θέλει την πλατιά μάζα σ΄αυτήν την κατάσταση, να μην έχει χώρο και χρόνο για μόρφωση κι απαιτήσεις, να σκέφτεται μονάχα πως θα επιβιώσει, να ξημερώσει κι αύριο, ως εκεί ...
Το ' καλό παράδειγμα " λοιπόν της αντίστασης δεν θα ξεκινήσει από την Ελλάδα, στην Ευρώπη "μας". Όταν κάποιες χώρες στην κεντρική Αμερική και την Αφρική το επιχείρησαν, σεβόμενες τα στοιχειώδη, τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και την αξιοπρέπειά τους, είχαμε εκατόμβες θυμάτων. Κάτι ανάλογο θα συνέβαινε κι εδώ έμμεσα ή ακόμα κι άμεσα, καθώς το σύστημα είναι δομημένο έτσι, ώστε να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των λίγων κι όχι της ανθρωπότητας. Δεν ήμασταν έτοιμοι για τη δική μας επανάσταση. Πόσο βάρος έχει πέσει άραγε σε αυτήν τη λέξη, αλλά και σ΄αυτή τη γενιά, που πρέπει να βγει αλώβητη;
Αν διαβάσεις, αν το ψάξεις, μάθεις την ιστορία και συσχετίσεις τα γεγονότα, θεωρείς όλα τα παραπάνω δεδομένα. Σε πιάνει απογοήτευση, έχεις να διαλέξεις ανάμεσα σε δύο τινά, να αντιμετωπίσεις τα πάντα κυνικά ή να συνεχίσεις, να βελτιωθείς να ανελιχθείς, να βρεις τη δύναμη και να επιφέρεις ουσιαστικές αλλαγές στον κόσμο Κάτι το οποίο φυσικά είναι τρομερά δύσκολο κι ακούγεται τόσο μακρινό.
Δεν φτάνει να φωνάζουμε, να διαδηλώνουμε. Πλέον κανείς δεν θα μας ακούσει. Η απογοήτευση κι η ανάγκη εκτόνωσης στρέφει τους ανθρώπους να σφάζονται στα γήπεδα, κάνοντας μία γιορτή τραγωδία, στους δρόμους, στις φοιτητικές εκλογές, σε κάθε ευκαιρία, με κάθε αφορμή. Η αποκτήνωση σε όλο της το μεγαλείο, την ώρα που οι πολιτικοί έρχονται σε ρήξη με τους επιχειρηματίες σε μία χρεοκοπημένη απ΄όλες της απόψεις χώρα και γενικότερα επικρατεί μία χαοτική κατάσταση, που για να την αντιληφθείς, πρέπει να σηκωθείς ψηλά και να δεις τα πράγματα από απόσταση. Αυτό είναι πόλεμος.
Κι επανέρχομαι στο αρχικό μου ερώτημα, πού πάμε, πού βαδίζουμε; Έχουν καταφέρει τον βασικό τους στόχο. Προβατοποίηση του λαού, εύκολα διαχειρίσιμη μάζα, αποβλακωμένη να παρακολουθεί riality κι επαναλήψεις σίριαλ στους καναπέδες. Είναι αυτή η Ελλάδα, η ένδοξη χώρα που μας άφησαν παρακαταθήκη, που μας κληροδότησαν οι πρόγονοί μας, είναι αυτή η χώρα πού ονειρεύεστε για τα παιδιά μας; Κι αν όχι μπορούμε να κάνουμε κάτι δραστικό ή τα πάντα έσβησαν κι έμεινε μία σιωπή να καλύψει τα ερείπια;
Οι καλές κωμωδίες σπανίζουν και μία τέτοια είδα πρόσφατα κι αποφάσισα να την μοιραστούμε. Ο λόγος για το Quo vado του Τζενάρο Νουνζιάντε με πρωταγωνιστή τον Κέκο Ζαλόνε, στην τέταρτη απόπειρα συνεργασίας τους. Πρόκειται για μία ταινία, που έσπασε τα ταμεία στη γειτονική χώρα κι έγινε η πιο επιτυχημένη όλων των εποχών στο box office, μετρώντας έσοδα 72.000.000 δολαρίων. Παρ΄όλα αυτά στην Ελλάδα δεν έτυχε ανάλογης υποδοχής από τους επαγγελματίες του χώρου.
Ένας άνθρωπος γεννήθηκε για να απολαύσει τα προνόμια του δημοσίου υπαλλήλου. Αυτό ήταν το όνειρο του. Είναι οικονομικά ανεξάρτητος, περιζήτητος γαμπρός, παρ΄όλα αυτά ζει ακόμα με τους γονείς του. Όταν το κράτος αποφασίζει περικοπές, χάνει τη μόνιμη θέση του και μεταφέρεται από μέρος σε μέρος προκειμένου να παραμείνει γρανάζι του συστήματος, καθώς δεν πληρεί πλέον τα κριτήρια της μονιμότητας. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει όμως για να την κρατήσει;
Μιλάμε για ένα άκρως επίκαιρο, χιουμοριστικό έργο που καταδεικνύει αφενός τις ιδιαίτερες σχέσεις κράτους-πολίτη στις μεσογειακές χώρες, τη διαφθορά, τις εξυπηρετήσεις κι αφετέρου τις μεγάλες αντιθέσεις με τις βορειοευρωπαικές χώρες, που υπάρχει μία άλλη κοσμοθεωρία συνολικά. Ένιωσα, τον Κέκο συμπατριώτη μου, άνθρωπο της διπλανής πόρτας, όπως πολλοί από εσάς, που είχατε την τύχη να δείτε την ταινία ή θα την επιλέξετε στο εγγύς μέλλον, γιατί πραγματικά αξίζει τον κόπο.
Με σαφή διάθεση να ψέξει τα κακώς κείμενα και στερεότυπα χρόνων, με πολιτικό σαρκασμό και με την υπογραφή του στο σενάριο και τη μουσική (ψευδώνυμο Luca Medici), πέραν της ερμηνείας, ο Κέκο Ζαλόνε δημιουργεί ένα έργο απαραίτητο για την εποχή. Εύπεπτο, άμεσο, χωρίς να απαιτεί δεύτερες σκέψεις κι ιδιαίτερη εμβάθυνση. Εδώ μιλάμε για ψυχαγωγία. Ένα μήνυμα για το σήμερα μέσα από τη σάτιρα και τη διακωμώδηση της καθημερινότητας.
Πλάι στον πρωταγωνιστή, από την μία, η οικολόγος Βαλέρια κι από την άλλη η διευθύντρια του κρατικού φορέα, η οποία προφανώς σηκώνει τα χέρια ψηλά και φτάνει σε σύγχυση-αμόκ, με το πείσμα και την επιμονή του Κέκο να διατηρήσει τη θέση του, πάση θυσία. Πώς τα μαθαίνουμε όλα αυτά; Τα διηγείται, έχοντας φτάσει πια στην Αφρική, στον αρχηγό μίας φυλής, που προσωρινά τον έχει συλλάβει και θα κρίνει την τύχη του. Aπίστευτο; Κι όμως μεσογειακό.
Με σκηνές ικανές να σε κάνουν να λυθείς από τα γέλια, μιλάμε σίγουρα για την κωμωδία του 2016-17.Φτάνει στα στάνταρ του γαλλικού, Θεέ μου τι σου κάναμε (2014) και καλώ ανεπιφύλακτα τον κάθε σινεφίλ να την παρακολουθήσει, αφιερώνοντας κάτι περισσότερο από μία ώρα. Δεν θα το μετανιώσει ...
Η Κατέλ Κιγιεβερέ επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη, με την τρίτη μεγάλους μήκους ταινίας της, βασισμένη στο πολυβραβευμένο μυθιστόρημα της Μαλίς Ντε Κερανγκάλ. H ακριβής μετάφραση του Reparer les vivants είναι λίγο διαφορετική από την ελληνική απόδοση του τίτλου. Δύο ιστορίες που συμπλέκονται κι αλληλεπιδρούν. Το τέλος ενός νεαρού ανθρώπου, σηματοδοτεί έμμεσα την ανανέωση των ελπίδων ενός συνανθρώπου του για παράταση στη ζωή. Τρία νεαρά αγόρια κάνουν ξέγνοιαστα surf στην περιοχή της Χάβρης. Νιώθουν ελεύθερα παλεύοντας με τα κύματα. Ποιος να ξερε όμως πως αυτή η απόδραση, θα έκοβε το νήμα για ένα μέλος της παρέας; Οι τραγικοί γονείς καλούνται να διαχειριστούν την ύψιστη απώλεια. Απόγνωση, δεν υπάρχει χρόνος κι ουσία για αναζήτηση ευθυνών. Τίθεται μόνο το ηθικό δίλημμα, να δωρίσουν τα όργανα του Σίμον ή όχι;
Την ίδια ώρα, υπάρχουν άνθρωποι στην αναμονή για μία μεταμόσχευση. Μία τέτοια περίπτωση είναι η Κλερ (Anne Dorval), κάτοικος Παρισιού. Το αποφασίζει, ύστερα από μία ιδιαίτερα επώδυνη διαδικασία (" δεν ξέρω αν μπορώ να ζήσω με την καρδιά ενός νεκρού ") και περιμένει καρτερικά. Κομβικό ρόλο στην πλοκή και την εξέλιξη της υπόθεσης διαδραματίζουν οι θεράποντες ιατροί (Ταχάρ Ραχίμ). Είναι ο ορισμός της αθέατης πλευράς του λειτουργήματος με φόντο το κοινό καλό. Καλώς ή κακώς η Ελλάδα είναι μέσα στις πρώτες χώρες σε θανατηφόρα τροχαία στην Ευρώπη. Σχεδόν όλοι μας έχουμε βιώσει μία ανάλογη εμπειρία στον περίγυρό μας. Το πρώτο μέρος της ταινίας με συγκίνησε βαθύτατα, με άγγιξε, σαν να συμμετέχω κι εγώ στο δράμα. Είναι ένα μάθημα προς κάθε νέο, για την προσοχή, που χρειάζεται κάθε πτυχή της καθημερινότητας. Να προλάβουμε πριν είναι αργά, διότι κάποια λάθη δεν υπάρχει η πολυτέλεια να διορθωθούν.
Η ίδια η σκηνοθέτης υποστηρίζει, "το ταξίδι αυτού του οργάνου μου έδωσε τη δυνατότητα να κινηματογραφήσω σώματα με έναν τρόπο που είναι ταυτόχρονα ανατομικός, ποιητικός και μεταφυσικός. Στην καρδιά της ταινίας βρίσκεται το ερώτημα της σύνδεσης ανάμεσα στα άτομα αυτά και το πώς οργανώνουμε μία αλυσίδα για να παρατείνουμε τη ζωή, πως αντιμετωπίσουμε τον θάνατο. Ήθελα να πω αυτήν την ιστορία από την οπτική ματιά των ζωντανών, αυτών που μένουν πίσω.Η δωρεά οργάνων βασίζεται στην αρχή της αλληλεγγύης. Ελπίζω να έκανα μια ουμανιστική ταινία που θα κάνει τους θεατές να νιώσουν μέρος μιας οικογένειας, μιας ομάδας, μιας κοινωνίας". Δημιουργείται ένα πολυσχιδές, ευαίσθητο αριστούργημα με φόντο τον άνθρωπο κι αφήνει ένα μήνυμα οικουμενικό. Αξίζει να σημειώσουμε, τα αντιρατσιστικά σχόλια, για τους gay και τους έγχρωμους, το ταξίδι στα άδυτα των χειρουργείων και τη δύναμη του καλού. Είμαστε όλοι κομμάτι της κοινωνίας και οφείλουμε να δίνουμε δραστικές λύσεις, όταν το απαιτεί η κατάσταση. Η αντίστροφη μέτρηση ξεκινά, όλα είναι έτοιμα. Το χαμόγελο της ευτυχίας είναι η επιβράβευση του ομαδικού πνεύματος και της ειλικρινούς αλληλεγγύης. Ενορχηστρωμένο με τη μουσική του Alexandre Desplat, αφήνει μία νότα αισιοδοξίας. Από ένα τραγικό, μακάβριο γεγονός, στην άλλη άκρη με την ελπίδα και την αναγέννηση της ζωής. Φυσικά για τους γονείς, ο πόνος παραμένει αβάσταχτος για πάντα. Εκεί όμως φαίνεται το μεγαλείο του ανθρώπινης ψυχής κι αντιλαμβανόμαστε άπαντες πόσο βασικό αγαθό είναι η υγεία μας ...
O Κιμ Κι Ντουκ είναι ένας πολύ σπουδαίος Νοτιοκορεάτης σκηνοθέτης. Το 2012 κέρδισε τον Χρυσό Λέοντα στη Βενετία με το " Pieta ", ενώ γνωστά του έργα είναι το " Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας και πάλι Άνοιξη (2003) και το Arirang (2011). Αξίζει να σημειωθεί επίσης, πως έχει κάνει πάνω από είκοσι μεγάλου μήκους ταινίες. Αυτή τη φορά επιλέγει το κοινωνικοπολιτικό σινεμά και δημιουργεί μία ταινία, απαραίτητη για την εποχή με σαφείς αιχμές προς τον κόσμο που ζούμε. Ο πρωταγωνιστής μας είναι ένας Βορειοκορεάτης, φτωχός ψαράς. Ένα ατύχημα με τη βάρκα του, τον στέλνει στον Νότο κι από εκεί ξεκινάει ο εφιάλτης του. Ανακρίνεται ως εν δυνάμει κατάσκοπος, βασανίζεται, απειλείται η ίδια του η ζωή κι όλα αυτά, επειδή αρνήθηκε να εγκαταλείψει τη μοναδική του περιουσία, που είχε για να ζει την οικογένειά του. Δεν χωρούν συναισθηματισμοί. Μετατρέπεται σε ένα πιόνι συμφερόντων. Ποτέ η καθημερινότητα του, δεν θα είναι, όπως πρώτα.
Παράτολμο το εγχείρημα του σκηνοθέτη. Θίγει τα κακώς κείμενα των δύο κόσμων. Από τη μία ο υλικός ευδαιμονισμός του καπιταλισμού, με τα θετικά του και τα αρνητικά του κι από την άλλη η Δικτατορία και τα Πυρηνικά όπλα. Μιλάμε για ένα θρίλερ, για ένα δράμα. Η λέξη, που κυριαρχεί, είναι να " αυτομολήσει ". Στρατιωτικός κατά βάση όρος. Να προδώσει δηλαδή την πατρίδα του και να μείνει στη Σεούλ, κάνοντας μία νέα οικογένεια εκεί. Υπάρχουν όμως ακόμα ευσυνείδητοι άνθρωποι, ηθικοί, με αίσθηση του χρέους. Η εξέλιξη προοικονομείται από την πρώτη κιόλας σκηνή. Το δίχτυ (το κράτος μεταφορικά) αποτελεί μία αλληγορία. " Έχω πιάσει πολλά ψάρια (ο λαός μεταφορικά) στα δίχτυα μου, τώρα εγκλωβίστηκα εγώ ο ίδιος σ΄αυτά ". Ακροβατεί ανάμεσα στο θέλω και το πρέπει. Στην υποχρέωση και τους πειρασμούς. Παραμένει όμως πιστός στις αρχές και τα ιδανικά του. Διαπιστώνουμε, ότι η εκμετάλλευση, η διαφθορά, οι εκβιασμοί είναι παγκόσμια φαινόμενα, ενός σάπιου συστήματος. Πόσο υποκριτικά φαντάζουν όλα; Προκαλεί παράνοια, η κατάσταση, που από καιρό έχει ξεφύγει.
Ο ίδιος ο Κι Ντουκ υποστηρίζει, " Οι ταινίες μου είναι η συνείδησή μου. Οι σχέσεις μεταξύ Βόρειας και Νότιας Κορέας διανύουν μια περίοδο έντονης κρίσης. Υπάρχει ανησυχία, για το ενδεχόμενο πολέμου. Αποφάσισα, να μιλήσω για την έλλειψη εμπιστοσύνης ανάμεσα στους κατοίκους των δύο χωρών. Πρέπει τα προβλήματα να λυθούν με τον διάλογο. Στηλιτεύω την αποκαρδιωτική κατάσταση που επικρατεί. Στην ταινία οι μυστικοί πράκτορες και οι αστυνομικοί αμφότερων των κρατών ασκούν σωματική βία κι απειλούν τον πρωταγωνιστή. Είναι θλιβερό πώς το κράτος και στις δύο εκδοχές του δεν υπάρχει για να υπηρετεί το λαό, αλλά για να τον καταπιέζει. Μία καθηλωτική ταινία, στα όρια του ντοκιμαντέρ, που σε φέρνει κατάματα με την σκληρή πραγματικότητα. Ή πρέπει να γίνεις απόλυτα κυνικός για να επιβιώσεις ή να βρεις τη δύναμη, ώστε να μπορέσεις να επιφέρεις κοσμογονικές αλλαγές. Ψυχοπλακώνεσαι, το χωνεύεις και ψάχνεις λύσεις, σε έναν δρόμο που μόνο με ροδοπέταλα δεν είναι στρωμένος. Αυτό επιβάλλει όμως ο ανθρωπισμός. Σίγουρα δεν θα είναι εύκολο. Αυτή όμως είναι η λύση κι όποιος το αρνείται, εθελοτυφλεί.
Το όνειρο της επανένωσης κρατάει ζωντανούς τους ρομαντικούς. Η τελευταία εικόνα είναι το μήνυμα του καλού. Η κόρη του πρωταγωνιστή, αγκαλιά με τα δύο αρκουδάκια. Ένα παιδί δίνει το μήνυμα. " Από μικρό μαθαίνεις την αλήθεια ". Ακόμα κι αν χρειάστηκε νωρίτερα να θυσιαστεί ο ίδιος της ο πατέρας, που παρά την ιώβεια υπομονή του, δεν άντεξε και βρήκε τη λύτρωση στη μοναδική διέξοδο, που του είχε απομείνει, αναγκασμένος να ζει σε μία αιώνια αόρατη φυλακή. Ένα απάνθρωπο σύστημα από άκρη σε άκρη, με ελάχιστες εξαιρέσεις, που πραγματικά μας δίνουν μία νότα αισιοδοξίας, πως ακόμα υπάρχει ελπίδα. Δυστυχώς, η ιστορία επαναλαμβάνεται. Τα παθήματα κι ο αβάσταχτος πόνος, δεν έγιναν μαθήματα, όπως θα έπρεπε. Ένας κόσμος τόσο λαμπερός στο φως, μα τόσο σκοτεινός στη σκιά. Μπορεί άραγε η ελευθερία, να μας εγγυηθεί την ευτυχία;
O Ότο Μπέλ έχει γράψει τη δική του ιστορία στα ντοκιμαντέρ. Έχει ξεπεράσει τις 15 ταινίες κι όλες σε απομακρυσμένες περιοχές. Αυτή τη φορά επιλέγει το μακρινό Καζακστάν, ώστε να αναδείξει την ιστορία της 12χρονης, Αισολπάν, της πρώτης γυναίκας κυνηγού, με αετό. Πρόκειται για μία παράδοση, που μεταφέρεται από τον πατέρα στον υιό. Αφηγήτρια, η Daisy Ridley, που ο περισσότερος κόσμος, την έμαθε ως πρωταγωνίστρια του Star Wars-H δύναμη ξυπνάει. Όρη Αλτάι, ένα μικρό κορίτσι αποφασίζει, πως μπορεί να πετύχει τα πάντα. Η δύναμη του ανθρώπου είναι ικανή να την επιβεβαιώσει. Η στήριξη κι η εμπιστοσύνη της οικογένειας (πατέρας-παππούς-μητέρα) απόλυτη. Αυτή η θετική προδιάθεση, διευκολύνει το δύσκολο εγχείρημα, που αναλαμβάνει. Θα κινδυνέψει, θα μοχθήσει, θα εκπαιδευτεί, θα κερδίσει το πρώτο Βραβείο στο Φεστιβάλ του Χρυσού Αετού, αλλά η ώρα της αλήθειας και παράλληλα της δικαίωσης είναι στο αληθινό κυνήγι, υπομένοντας όλες τις κακουχίες.
Δεν σας κρύβω, ότι από το Καζακστάν γνώριζα την Αστάνα. Μία πόλη, που έχει χτιστεί για λίγους στα πρότυπα της Νέας Υόρκης. Εδώ βλέπουμε κάτι εντελώς διαφορετικό. Μία μαγευτική φύση, απουσία κάθε μορφής τεχνολογίας (Δυτικός Κόσμος) κι ανθρώπους να τολμούν, να εκπληρώσουν τα όνειρά τους, με βάση τις σχέσεις τους και την αλληλοβοήθεια. Έχοντας συγχρόνως, προοδευτικές αντιλήψεις, περί ισότητας των δύο φίλων, στέλνοντας μ΄αυτόν τον τρόπο, ένα οικουμενικό μήνυμα. Πρόκειται για ένα φιλμ, με βαθείς συμβολισμούς. Η σχέση κυνηγού-αετού, δείχνει τη αντίστοιχη του ανθρώπου με τη φύση. Επιβάλλεται να τη σέβεται, ώστε αυτή να του αποδίδει τα προς το ζην, σε μία σχέση έμμεσης ανταποδοτικότητας. Γι΄αυτό κι ο αετός, εφτά χρόνια μετά, ελευθερώνεται, ώστε να ζήσει ελεύθερος. Με σεβασμό στην παράδοση, τα ήθη και τα έθιμα, που περνούν με ευλάβεια από γενιά σε γενιά.
Η ίδια η πρωταγωνίστρια τονίζει, εθίστηκα από την πρώτη στιγμή, την πρώτη φορά που κυνήγησα με τον αετό μου, εκείνο το πρωί είχα πολύ άγχος, ο μπαμπάς μου με ενθάρρυνε και μου έλεγε συνέχεια: «Αϊσολπάν, μπορείς να το κάνεις. Όλα θα πάνε καλά». Αργότερα, επισκέφθηκα διαφορετικές χώρες με ξεχωριστές κουλτούρες και πολιτισμούς, γνώρισα νέους φίλους, νέους ανθρώπους. Θέλω να γίνω γιατρός κι όχι ηθοποιός. Η μαμά μου έχει καρδιακά προβλήματα και θέλω να τη φροντίσω. Και κλείνει με το δικό της μήνυμα προς τα κορίτσια όλου του κόσμου, " Mην εγκαταλείπετε ποτέ τους στόχους σας. Προσπαθήστε σκληρά και μη τα παρατάτε. Να είστε δυνατές, ακριβώς όπως και οι θηλυκοί αετοί " Ξεχωριστή μνεία κάνω στην απεικόνιση της φύσης. Μία άγρια ομορφιά. Λίγο καιρό μετά τα Δάση της Σιβηρίας, μεταφερόμαστε στην στέπα της Μογγολίας, με το χιόνι και τα βουνά να κυριαρχούν. Είναι σαγηνευτικό, σαν να σε καλεί, να αψηφήσεις τον κίνδυνο και να νικήσεις τον φόβο. Κι η χρονική διάρκεια του έργου ιδανική. Δεν προλαβαίνει να σε κουράσει, στιγμή να βαρεθείς. Σε ταξιδεύει νοερά.
Παρ΄ότι το φινάλε μοιάζει αναμενόμενο, ένιωσα ως θεατής δέος. Ταυτίστηκα με την ηρωίδα και τον αγώνα της, να καταφέρει βήμα βήμα τον στόχο της, παρά την αμφισβήτηση του περίγυρου, μίας ανδροκρατούμενης κοινωνίας. Μας αφήνει ένα αισιόδοξο μήνυμα, που το ενισχύει το τραγούδι της Sia (You can do anything) στο φινάλε. Ο τολμών νικά.
Ο Γκαρθ Ντέιβις, στην πρώτη του προσπάθεια, σκηνοθετεί το Lion, βασισμένο στην αληθινή ιστορία του Saroo Brierley. Ένα ευαίσθητο φιλμ, που έφτασε στις κορυφαίες υποψηφιότητες για το OSCAR καλύτερης ταινίας. Αγώνας επιβίωσης και παράλληλα ταξίδι ενηλικίωσης, από την Ανατολική Ινδία, στη χαοτική Καλκούτα κι από εκεί στην Τασμανία της Αυστραλίας και πάλι πίσω.
Ένα 5χρονο αγόρι χάνεται ένα βράδυ σε ένα Σιδηροδρομικό σταθμό. Για καλή του τύχη, το ένστικτο τον οδηγεί στο σωστό δρόμο, γλιτώνει από την απειλή των δουλεμπόρων και καταλήγει σε ένα ορφανοτροφείο. Πολλά πράγματα είναι γραφτά της μοίρας ενός ανθρώπου. Στέκεται τυχερός κι οι ανάδοχοι γονείς του, πολύ μακριά από την πατρίδα, τον εξοπλίζουν μ΄όλα τα απαραίτητα εφόδια, ώστε να μην του λείψει τίποτα. Στη ζωή όμως τα σημαντικότερα πράγματα, δεν είναι πράγματα. Κάπως έτσι αποφασίζει πως το ηθικό χρέος βρίσκεται πάνω από την απόλαυση της Μελβούρνης.
Θα μπορούσε κανείς να πει, πως το πρώτο μέρος είναι αψεγάδιαστο. Ο Sunny Pawar (μικρός Σαρού) είναι ο αντίστοιχος Tremblay από το Room για την κινηματογραφική σαιζόν, που διανύουμε. Τόσο αληθινός, τόσο έξυπνος, κερδίζει τον θεατή, με το προσωπικό του δράμα και τον τρόπο που το αντιμετωπίζει. Δεν μπορεί να τον ξεγελάσει κανείς. Στο δεύτερο μέρος μεταφερόμαστε σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον. Μπορεί η Νικόλ Κίντμαν, η Ρούνει Μάρα (Μυστική Γραφή πρόσφατα) κι ο Ντέβ Πατέλ (Slumdog Millionaire) να είναι τα βαριά χαρτιά της ταινίας, αλλά προσωπικά με άγγιξε περισσότερο η σπαρακτική μητέρα, Priyanka Bose.
Πρόσφατα στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης, είδαμε τις Μηχανές του Ραχούλ Τζέιν. Μετά λύπης μου διαπιστώνω, πως η κατάσταση στην Ινδία είναι πολύ άσχημη κι ίσως μη αναστρέψιμη με τα παρόντα δεδομένα. Η εκμετάλλευση αποτελεί καθημερινό φαινόμενο κι ανθρώπινη ζωή έχει μηδενική αξία, ελλείψει μόρφωσης, πολιτισμού και σκέψης. Μία κοινωνία δίχως ηθική κι αξίες, που το είναι συγκρούεται συνεχώς με το φαίνεσθαι. Κι όμως εν μέσω κακουχιών, το καλό κερδίζει, έστω και με αρκετή δόση τύχης.
Είναι τραγικό το γεγονός, ότι στην Ινδία, κάθε χρόνο, περίπου 80.000 παιδιά αγνοούνται, ενώ πάνω από 11.000.000 (ναι καλά διαβάσατε), ζουν στους δρόμους. Αρχικά η ταινία είχε τον τίτλο, " A Long Way Home ", όπως ακριβώς και τα απομνημονεύματα. Προφανώς όμως η ψυχή χιλίων λεόντων, που έδειξε ο Σαρού, οδήγησε την παραγωγή στην μετονομασία της στο Λιοντάρι. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι, ο πρωταγωνιστής, Ντ. Πατέλ, υποστήριξε, πως το σενάριο, ήταν το καλύτερο, που είχε διαβάσει ποτέ στη ζωή του. Άλλωστε είναι γνωστό πως η τέχνη αντιγράφει τη ζωή.
Η ζωή κάνει κύκλους. Ακριβώς έτσι, ο ενήλικας πια Σαρού, σπουδαστής, αποφασίζει να αναζητήσει το παρελθόν του, με τη βοήθεια της τεχνολογίας. Είναι μία επίπονη διαδικασία, τόσο για τον ίδιο, όσο και για τον περίγυρό του. Περνάει μία κρίση ταυτότητας κι αναζητεί τις πραγματικές του ρίζες. Η παλιννόστηση είναι ένα στοίχημα ζωής.
Η φωτογραφία του Greig Frazer (Τhe Foxcatcher και Zero Dark Thirty) είναι αδιαμφισβήτητα κομμάτι της επιτυχίας. Από τη σκληρή Ινδία, μέχρι την ομορφιά της φύσης στην Αυστραλία, μέσα σε λίγα λεπτά. Η μουσική δένει αρμονικά με τις εικόνες και μας φέρνει κάπως στο μυαλό το εξαιρετικό Soundtrack του Moonlight. Και στο φινάλε μαζί με τις εικόνες των πραγματικών πρωταγωνιστών της ιστορίας, έρχεται το Never give up, που ερμηνεύει η Sia, για να αφήσει ένα ακόμα πιο αισιόδοξο μήνυμα. Ο επιμένων νικά.
Ένας ύμνος στον ίδιο τον Σαρού κι αυτά τα κατατρεγμένα παιδιά, που για να σε ευαισθητοποιήσει πρέπει να είσαι ακόμα άνθρωπος, να αφήνεσαι ελεύθερος, να έχεις αισθήματα. Μία περιπλάνηση, που ισοδυναμεί με ένα μάθημα ζωής για καθένα από εμάς, ώστε αφενός να εκτιμήσουμε, όσα θεωρούμε δεδομένα κι αφετέρου να απλώσουμε χείρα βοηθείας στον πλησίον ...
Με πρόσχημα την κάθαρση στον χώρο του ποδοσφαίρου στην Ελλάδα, συγκεκριμένοι μηχανισμοί καταφέρνουν να αποπροσανατολίζουν τον κόσμο από τα προβλήματα της καθημερινότητας. Δεν είναι η πρώτη φορά, που στήνεται, τεχνηέντως μία κόντρα, μεταξύ ομάδων, προκειμένου η κοινή γνώμη να στρέψει εκεί το ενδιαφέρον της, την ώρα που δίπλα μας γίνονται σημεία και τέρατα. Να αρχίσει κανείς από το τέταρτο μνημόνιο, που είναι προ των πυλών, από τις ιδιωτικοποιήσεις, από τις μηδενικές μεταρρυθμίσεις και το νέο κύμα φόρων που αναμένεται; Δεν έχει τέλος. Η κατάσταση είναι απελπιστική. Ο κόσμος παραμένει αδρανής, επειδή όμως κάποια στιγμή η υπομονή τελειώνει, πρέπει την ενέργεια και το θυμό τους να τα εξωτερικεύσουν κάπου. Η κόντρα Βορρά-Νότου, ΠΑΟΚ-Ολυμπιακού ήταν παραδοσιακά κάτι που είχε την δύναμη να ιντριγκάρει τη μάζα. Ειδικά τώρα, που ο Δικέφαλος του Βορρά είναι οικονομικά δυνατός, εξαιτίας της παρουσίας του Ιβάν Σαββίδη, τα πράγματα είναι ακόμα ευκολότερα, ώστε να φανατιστεί ο κόσμος και να καλλιεργηθούν φρούδες ελπίδες, ανατροπής. Στην πραγματικότητα, συμβαίνει μία αλλαγή, το καταλαβαίνει ο καθένας, ωστόσο τίποτα δεν αλλάζει από την μέρα στην άλλη. Θέλει χρόνο. Η κάθε εμπλεκόμενη πλευρά έχει τους δικούς της μηχανισμούς προπαγάνδας και χειραγώγησης του κοινού, με στόχο να κερδίσει επικοινωνιακά. Στο τέλος όμως, η ιστορία συνηθίζει να μην έχει happy end κι οι επιπτώσεις για την κοινωνία είναι δυσμενείς, όταν κοπάσει όλος αυτός ο ντόρος, καθώς το μέλλον μας υποθηκεύεται ολοένα και περισσότερο. Κι αυτή είναι η ουσία, που μένει στο φινάλε ...
Πολωνικό σινεμά, σε Βαλκανικό φόντο. Αυτός ήταν ο πρώτος τίτλος, που μου ήρθε στο μυαλό, βλέποντας την νέα ταινία του Τόμας Βασιλέφσκι, που τιμήθηκε με Αργυρή Άρκτο Σεναρίου στο περσινό, Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου. Aυτή είναι η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη, που εξερευνά τον ανεκπλήρωτα έρωτα, την εποχή (1990) που ο κομμουνισμός υποχωρεί κι ο σοσιαλισμός επικρατεί.
Τέσσερα πορτραίτα γυναικών, που βρίσκονται εγκλωβισμένες σε μία κλειστή κοινωνία και προσπαθούν να επαναστατήσουν, η καθεμία με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο. Η Αγκάτα ερωτεύεται το απαγορευμένο κι είναι έτοιμη να τινάξει τον γάμο της στον αέρα. Η Ίζα, διευθύντρια του σχολείου, ερωτεύεται τον γιατρό, ζουν παράνομα, μέχρι το θάνατο της γυναίκας του, που φέρνει μία μεγάλη ανατροπή στα όνειρά της. Αδελφή της, παλιά νικήτρια καλλιστείων και νυν δασκάλα χορού και γυμναστικής, η Μαρζένα, περιμένει τον άντρα της, που έχει φύγει στη Γερμανία κι η Ρενάτα, μεσήλικας, άνεργη πλέον, ψάχνει ευκαιρία για επικοινωνία, παρακολουθώντας την γοητευτική γειτόνισσά της.
Πρόκειται για μία εποχή που οι ηθικές αναστολές κι οι ενδοιασμοί έχουν καμφθεί σε μεγάλο βαθμό. Είναι η πρώτη χρονιά της ελευθερίας. Υπερτερούν τα ένστικτα, των συναισθημάτων και της λογικής. Ήρθε η στιγμή της εκπλήρωσης των απωθημένων. Σαν να΄ταν φυλακισμένοι και τώρα ζουν ξανά. Η καθεμιά εκδηλώνει την αγάπη της διαφορετικά, ξεχωριστά. Από την διακριτική παρακολούθηση, στην απέλπιδα προσπάθεια, δίχως αξιοπρέπεια, στη διακριτική παρακολούθηση, τον ρομαντισμό και την κατανόηση.
Το δύσκολο είναι πως αυτό το έργο θα μιλήσει στη ψυχή του θεατή. Πρέπει ο ίδιος να κάνει κόπο, να εμβαθύνει, να σκεφτεί, να δώσει χρόνο κι ενδεχομένως μία δεύτερη ευκαιρία. Εδώ το σινεμά δεν είναι μόνο ψυχαγωγία, είναι αφορμή για εξερεύνηση μίας ολόκληρης εποχής, που αγγίζει το σήμερα. Άνθρωποι που δεν έζησαν στα όρια, δεν ρίσκαραν, δεν απογοητεύτηκαν, ούτε τόλμησαν, δυστυχώς δεν θα νιώσουν όσα πρέπει. Θα μείνουν στις σκηνές του sex και θα αναζητούν την αγάπη, με παράπονο προς τον σκηνοθέτη, που δεν τους χάρισε έτοιμη τροφή.
Κι όμως διεισδύοντας στο έργο, αντιλαμβάνεσαι τα αδιέξοδα που προκύπτουν. Άνθρωποι εγκλωβισμένοι, στην πραγματικότητα μόνοι, τους ενώνει η πολυκατοικία. Η ΜΟΝΑΞΙΑ κι η απομόνωση φωνάζουν. Ειδικά στη σκηνή που ο γιατρός επισκέπτεται την διευθύντρια ή σ΄αυτήν του συγκινητικού waltz. Η ελπίδα συγκρούεται με την αβεβαιότητα σε μία εποχή πλήρους απελευθέρωσης και μεγάλων αλλαγών κοινωνικοπολιτικά. Χαρακτηριστικά, που μας δείχνουν που βρισκόμαστε είναι το κάπνισμα, ακόμα η δύναμη της θρησκείας κι η διαφθορά με τις εξυπηρετήσεις, που σαφώς φτάνουν στην εποχή μας.
Οι ερμηνείες τόσο των γυναικών, όσο και των ανδρών, που τις υποστηρίζουν, προάγουν την πλοκή και δίνουν στον θεατή την εντύπωση, πως πρόκειται για φτασμένους ηθοποιούς με μεγάλη εμπειρία. Το δίκοπο μαχαίρι της ταινίας όμως, έχει ονοματεπώνυμο, Όλεγκ Μούτου (4 μήνες, 3 εβδομάδες, 2 ημέρες και Πίσω από τους Λόφους). Mολδαβός οπερατέρ, συνεργάτης του σπουδαίου Ρουμάνου, Κρίστιαν Μούντζιου κι εδώ ακριβώς γίνεται η σύνδεση, η γέφυρα με τα Βαλκάνια. Ο πενιχρός φωτισμός, το γκρίζο φόντο, από την πρώτη κιόλας σκηνή, δηλώνει την μετάβαση κι είτε σε κερδίζει και γίνεσαι κομμάτι του έργου, είτε σε αποθαρρύνει και χάνεσαι. Μέση κατάσταση, δεν υπάρχει.
Είναι μία καλή ταινία, αλλά δυστυχώς δεν είναι για όλους. Ίσως κάποιοι άνθρωποι που είναι στα όρια της κατάθλιψης ή βίωσαν αντίστοιχες εμπειρίες, ταυτιστούν με κάποια από τις βασικές ηρωίδες, κάποιοι άλλοι θα αποχωρήσουν από την σκοτεινή αίθουσα, απογοητευμένοι και μία τρίτη κατηγορία, πεπαιδευμένοι, θα κάνουν μία βουτιά, αναζητώντας την ουσία, πίσω από τις εικόνες και τις λέξεις. Η συντηρητική Ευρώπη, δυστυχώς, δεν μπορεί να αντέξει αυτό το σινεμά. Δε θέλει να κοιτάξει πίσω, ούτε δίπλα, συνεχίζει να χαράζει ένα συγκεκριμένο δρόμο, αδιάφορη, φορώντας παρωπίδες.
O Φατίχ Ακίν επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη με ένα road trip ενηλικίωσης και σαφείς κοινωνικές αιχμές για προβλήματα, που μαστίζουν την κοινωνία της Γερμανίας. Μετά την τεράστια επιτυχία του Soul Kitchen το 2009, βλέπουμε μία δραματική κωμωδία για την επώδυνη αυτή φάση της ζωής μας, βασισμένος στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Βόλφγκανγκ Χέρντορφ, που έγινε best seller και μεταφράστηκε τουλάχιστον σε εικοσιπέντε γλώσσες. Η σχολική χρονιά μόλις έχει ολοκληρωθεί. Ένα φαινομενικά αταίριαστο δίδυμο, ο Μάικ κι ο Τσικ, αποκλεισμένοι από τον περίγυρο της τάξης, αποφασίζουν να ξεκινήσουν ένα ασυνήθιστο ταξίδι για την ηλικία τους. Το μόνο σίγουρο είναι, πως κανείς δεν πρόκειται να τους αναζητήσει. Πυξίδα τους, η καρδιά, σε μία δοκιμασία που τους ωριμάζει, δίχως να το καταλάβουν και τους δένει για μία ζωή.
Η άγνοια κινδύνου, η παιδική αφέλεια κι η νεανική τρέλα τους οδηγούν σε αχαρτογράφητα μονοπάτια. Αυτό το καλοκαίρι θα μείνει για πάντα χαραγμένο στη μνήμη τους, διότι έκαναν το ξεπέταγμά τους κι έδωσαν νόημα στη γεμάτη πλήξη αστική ζωή τους, νικώντας τη δειλία και τον φόβο. Έζησαν στα όρια, στην ανομία, κινδύνεψαν, πάλεψαν, γνώρισαν νέα πρόσωπα και μέρη και τελικά επέστρεψαν στη βάση τους φανερά πιο δυνατοί. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης τονίζει, πως τα γυρίσματα ήταν τα πλέον εξοντωτικά τις καριέρας του. Ίσως παρόμοια να ήταν η κατάσταση μόνο στην ταινία «Μαζί Ποτέ». Δεν είχαν τον χρόνο να δουν τι κάνουν σωστά και τι λάθος, έπρεπε απλά να συνεχίσουν. Και παρά την ένταση και την πίεση, ο Φ. Ακίν δεν έχασε το έλεγχο. Δημιούργησε μία ταινία ποιητική, που θέλοντας και μη παραδίνεσαι στη μαγεία της και γίνεσαι πρωταγωνιστής. Άραγε πόσοι είχαμε ονειρευτεί κάτι ανάλογο και δεν βρήκαμε ποτέ το κουράγιο, να το πραγματοποιήσουμε;
Η μαγεία της Φύσης, τα φανταστικά τοπία μίας Γερμανίας αλλιώτικης, που τα Μέσα δεν θέλουν να προβάλλουν, σε συνδυασμό με τη μουσική των R. Clayderman και Vince Pope απογειώνουν το έργο. Γεννιούνται συναισθήματα, ενεργοποιούνται οι αισθήσεις και μαεστρικά οδηγούμαστε σε ένα συγκινητικό φινάλε, που οι αξίες και τα ιδανικά κερδίζουν πανηγυρικά, τα εφήμερα της εποχής. Πώς φτάσαμε όμως σ΄αυτήν την μοναδική εμπειρία; Ο Τσικ είναι Ρώσος, τσιγγανικής καταγωγής και αλλάζει συνεχώς ορφανοτροφεία, ο Μάικ είναι γόνος ευκατάστατης, πλην όμως προβληματικής οικογένειας, με αλκοολική μητέρα (εθισμός), που τα καλοκαίρια πηγαίνει στη " Φάρμα Ομορφιάς " κι αδιάφορο πατέρα (παραμέληση και ενδοοικογενειακή βία). Αν σ΄αυτά προσθέσουμε και το περίεργο παρουσιαστικό τους, που τους αποκλείει από τις κοινές δραστηριότητες του σχολείου (ρατσισμός), εύκολα καταλαβαίνει κανείς, γιατί έκαναν τη δική τους επανάσταση, τώρα που το αίμα τους ακόμα βράζει και τα θέλω μπορούν να νικήσουν τα πρέπει.
Σε αυτήν την ηλικία για να περάσεις καλά και να μείνεις χωρίς απωθημένα, πρέπει να είσαι και λίγο ψυχάκιας, όπως χαρακτηρίζουν οι συμμαθητές του, τον Μάικ. Να τολμάς, να ρισκάρεις, να γεύεσαι. Ο Τσικ άναψε απλά το φυτίλι. Κάποια στιγμή αναρωτιέμαι, τα καύσιμα δεν τελειώνουν ποτέ; Κι όταν συμβεί όμως αυτό θα βρουν τη λύση και μαζί τον έρωτα και τη ξεγνοιασιά μέσα στην περιπέτεια. Μία ζωγραφιά, ένα παραμύθι με χιούμορ, ειλικρίνεια κι αυθορμητισμό, που αγγίζει τον θεατή. Ξεκινά κι ολοκληρώνεται με το σχήμα του κύκλου και μας θυμίζει πως κάθε " δάνειο " στη ζωή πληρώνεται ακριβά κι ότι σημασία έχει το ταξίδι, η στιγμή κι όχι απαραίτητα ο προορισμός ...