55ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, μία νύχτα του Νοέμβρη του 2014, μέσα στις πολλές ταινίες επιλέγω να δω το ιταλικό, " Anime nere " της ενότητας Ανοιχτοί Ορίζοντες. Η περίληψη στο πρόγραμμα με κερδίζει, εκτιμώ πως θα έχει δράση κι ανατροπές. Ο Ιταλός σκηνοθέτης, Φραντζίσκο Μούντσι κάνει την τρίτη του ταινία, μετά τα Saimir (2004), The rest of the night (2008) και πραγματικά το απότελεσμα με εκπλήσσει ευχάριστα. Βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Τζιοάκινο Κριάκο φέρνει στην Μεγάλη Οθόνη μία πιστή αναπαράσταση της ιστορίας με όπλα τον ρεαλισμό και τον λυρισμό.
Βρισκόμαστε στον ιταλικό Νότο, στην παρηκμάζουσα επαρχία Καλαβρία. Εκεί ζει ένας ταπεινός άνθρωπος, ο Λουτσιάνο (Fabrizio Ferracane). Αγρότης φροντίζει την οικόγενειά του και προσπαθεί να γλιτώσει από την μοίρα, που του επιφυλάσσει βαρύ φορτίο. Τα δύο αδέλφια του (Ρόκο και Λουίτζι) στον Βορρά (υπερπολυτελές Μιλάνο), μεγάλη ζωή, μεγάλες ευθύνες. Μία οικογενειακή τραγωδία ξετυλίγεται, με μοχλό κίνησης τον γιο του Λούτσι, Λέο, που απασφαλίζει, πυροδοτώντας αλυσιδωτές εξελίξεις, αφού ξυπνάει την βεντέτα ανάμεσα στις οικογένειες Καμπόρε και Μπαράχας, που νομοτελειακά πληρώνεται με αίμα. Φαύλος κύκλος, από γενιά σε γενιά, όσα χρόνια κι αν περάσουν.
Η φυγή του για το Μιλάνο, η συναναστροφή του με τον θείο του, τον αλλάζουν άρδην κι ο νεαρός είναι έτοιμος να γίνει μέλος της οικογενειακής επιχείρησης (εμπόριο κοκαίνης), σνομπάροντας τον λιτό, πλην όμως αξιοπρεπή βίο του πατέρου του. Η αχαριστία και τα μεγάλα όνειρα-σχέδια, πολλές φορές οδηγούν σε άσχημο τέλος, που μπορεί να είναι μία απογοήτευση, μία κατάθλιψη, ακόμα κι ο θάνατος. Οι επιλογές μας, άλλωστε, πρέπει να είναι συνυφασμένες με τις δυνατότητες μας κι αυτή τη ταινία αποτελεί μάθημα ζωής, πέραν της υπόθεσης που βιώνουμε, πλάι στους πρωταγωνιστές.
Η οικονομία (αγροτής βιοπαλαιστής) κι η παραοικονομία, το οργανωμένο έγκλημα, τα ναρκωτικά συνθέτουν ένα παζλ αντιθέσεων, που θα οδηγήσουν σε μία αναπόφευκτη σύγκρουση με τραγικές συνέπειες. Η κοινωνία ολόκληρη συνένοχος στο παιχνίδι, προκειμένου να σώσει το τομάρι της, η αστυνομία απούσα, απλώς παρατηρητής των εξελίξεων, φοβούμενη πως η δύναμη της Μαφίας είναι πολύ μεγαλύτερη από την δική της. Ένα κράτος στα όριά του, που οι αιρετοί αντιπρόσωποι εκλέγονται με την βοήθεια, την στήριξη και τις " πλάτες " του οργανωμένου εγκλήματος. Σας θυμίζει κάτι, βλέπετε κάποια ομοιότητα; Να φανταστώ όχι φυσικά.
Η αόρατος αρχή (Mafia), που κινεί τα νήματα και κρίνει τις τύχες όλων, το χρήμα, τα συμφέροντα, δεν υπάρχει ούτε ιερό, ούτε όσιο, ούτε οικογένεια, ούτε φιλία. Μόνο η ισορροπία τρόμου, που φυσικά εδώ δεν αφορά τα πυρηνικά, αλλά τις ζωές των ανθρώπων. Βία, αίμα, εκδίκηση, θάνατοι κυριαρχούν. Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατο, όπως λέει ο θυμόσοφος λαός μας. Κι αν στην ταινία θίγονται όλα αυτά τα κακώς κείμενα, αναρωτιέμαι αν υπήρξε η ανάλογη ευαισθητοποίηση των φορέων; Τι συμβαίνει αλήθεια σχεδόν δύο χρόνια μετά; Πιθανότατα η απόλυτη συγκάληψη κι η ζωή συνεχίζεται με θύματα απλούς ανθρώπους στο βωμό του τριγώνου Νdrangheta-σικελική μαφία-Καμόρρα.
Ο ρόλος της εικόνας δομικά είναι πολύ σημαντικός. Οι φωτογραφίες του Vladan Radovic καταπλήκτικές. Στοχεύει στο υποσύνειδητο. Είναι στην πλειονότητά τους σκούρες, μας προετοιμάζουν μέσα μας για τις εξελίξεις, την μαύρη κατάληξη. Κι όμως μέσα στην δείνη, στο παράλογο, στο τραγικό, υπάρχουν νότες αισιοδοξίας, ειρηνικά μηνύματα, ελπίδα για ζωή πέρα από το προδιαγεγραμμένο. Από κοντά κι η μουσική του Giuliano Taviani, επιτείνει την αγωνία, ντύνει τον μύθο, οδηγεί στην τελική λύτρωση.
Η πρεμιέρα έγινε στο 71ο Φεστιβάλ της Βενετίας ακολούθησε μακρά διαδρομή σε όλη την Ευρώπη, μέχρι και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Παντού κέρδισε θετικά σχόλια κι απόψεις, ελάχιστοι το απέρριψαν. Οι κριτικοί ανά τον κόσμο, τόνισαν πως είναι επηρεασμένο από τον " Νονό ", αλλά διαφέρει, έχει δική του ταυτότητα. Η μεγαλύτερη απόδειξη πως ήταν η καλύτερη ιταλίκή ταινίας του 2015, τα βραβεία της Ιταλικής Ακαδημίας Κινηματόγραφου. Το " Black Souls " κυριάρχησε με εννιά νίκες, σε δώδεκα υποψηφιότητες, μεταξύ των οποίων, καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας και σεναρίου. Ό, τι περίπου πέτυχε φέτος στην Ελλάδα το " Tετάρτη 4:45 " του Αλέξη Αλεξίου.
Αποχωρώντας από την αίθουσα ήμουν γεμάτος. Σίγουρος, πως είδα μία από τις καλύτερες ταινίες, μαζί με το " Second Chance " και το ελληνικό " Μικρό Ψάρι ". Με ένα φινάλε απροσδόκητο, καθηλωτικό, διαφορετικό απ΄ότι θα περίμενε ακόμα κι ο πιο " έμπειρος " θεατής σε τέτοιου είδους φιλμ. Με γοήτευσε, με συγκίνησε αυτή η απεικόνιση της σκληρής πραγματικότητας, δίχως υπεκφυγές. Η καλύτερη απάντηση στην βία είναι να θάψουμε τα όπλα!
Ο αειθαλής Στίβεν Σπίλμπεργκ επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη στα εβδομήντα του χρόνια, με την " Γέφυρα των Κατασκόπων ", τίτλο κυριολεκτικό και συγχρόνως αλληγορικό, που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο, που κυκλοφόρησε το 2010. Μία ταινία φόρο τιμής στο αμερικανικό κλασσικό σινεμά, ανθρωποκεντρική, με διαχρονικό χαρακτήρα, καθώς από την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου και το τέλος της δεκαετίας του 1950, φτάνουμε στο σήμερα και την σοβαρή απειλή της τρομοκρατίας, μέσω μίας αφηγηματικής γέφυρας.
Οι σχέσεις Ρωσίας-Αμερικής τεταμένες, η απειλή της χρήσης των πυρηνικών επισκιάζει τα πάντα. Ο φόβος κι ο τρόμος κυριεύουν τις συνειδήσεις ανά τον κόσμο. Το FBI συλλαμβάνει έναν Ρώσο πράκτορα στις ΗΠΑ. Ένα Σοβιετικό Τέρας μέσα στη Νέα Υόρκη. Αναζητείται ένας ανεξάρτητος δικηγόρος για την υπεράσπιση του Έιμπελ (Μαρκ Ράιλανς). Αυτός θα είναι ο Τζέιμς Ντόνοβαν (Τομ Χανκς), άπειρος μεν, αψεγάδιαστος δε, πιστός στην δεοντολογία, προσπαθεί να εξασφαλίσει μία δίκαια δίκη, παρά τις αντιξοότητες που θα συναντήσει στην πορεία και τελικά πετυχαίνει το μέγιστο αποτέλεσμα, σώζοντας τη ζωή του κατηγορουμένου.
Στο ίδιο διάστημα, ένας αμερικανικό ελικόπτερο καταρρίπτεται κι ο Γκάρι Πάουερς συλλαμβάνεται σε ρωσικό έδαφος. Η CIA εμπιστεύεται τον Ντόνοβαν, για μία τόσο σπουδαία υπόθεση Εθνικής σημασίας, μετά την επιτυχία του στην υπόθεση Έιμπελ. Ο Αμερικανός δικηγόρος αναχωρεί για το Βερολίνο (β΄μέρος) και διαπραγματεύεται την ανταλλαγή των κρατουμένων, πάντα όμως πιστός στις αρχές του και την δικαιοσύνη. Η λογική του νικά το θυμικό. Το πολύκροτο πάρε-δώσε θα γίνει πράγματι σε μία γέφυρα (των Κατασκόπων) της πρωτεύουσας της Γερμανίας.
Ο σκηνοθέτης τονίζει: " Είναι μία ταινία συνόλου. Δεν είναι μόνο ο Τομ Χανκς, που είναι καταπληκτικός στην ταινία. Ο Μαρκ Ράιλανς είναι εξίσου καλός. Είναι ολόκληρο το επιτελείο, που τους στηρίζει στη διήγηση αυτής της πραγματικής ιστορίας. Βασίζεται σε αληθινά γεγονότα. Γι΄αυτό η ικανοποίησή μου είναι τεράστια, γιατί στο τέλος πρόκειται για μία ταινία υποκριτικού συνόλου. "
Το ανθρώπινο δράμα καθηλώνει τον θεατή, συγκινεί. Οι ψυχολογικές συγκρούσεις συνεχείς. Οι καταστάσεις από τα δύο στρατόπεδα αλληλοσυμπληρώνονται. Δεν υπάρχει καλός και κακός, νικητής κι ηττημένος σ΄έναν πόλεμο, που μαίνεται ανεξέλεγκτα από τότε, έστω και μέσω της διπλωματίας. Στα μάτια μας διαδραματίζεται ένα θρίλερ με πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις. Οι συνεχείς ερωτήσεις προκαλούν αμηχανία τόσο στον πρωταγωνιστή, όσο και στον θεατή, καθώς αγγίζουν τις ευαίσθητες, ηθικές, γκρίζες ζώνες. Πόσο δύσκολη είναι άραγε η θέση του Ντόνοβαν, πού πρέπει να υπερασπιστεί τον κατάσκοπο;
Η ερμηνεία του Ράιλανς, που τον οδήγησε στο Oscar β΄ανδρικού ρόλου, συγκλονιστική. Ψύχραιμος, περήφανος, με λεπτότητα και δίχως να μεμψιμοιρεί στιγμή, καθ΄ότι αρχικά μοιάζει καταδικασμένος. Μέσα σε ένα παιχνίδι διεφθαρμένων προσδοκιών και ψεύτικων υποσχέσεων αποτελεί ένα πιόνι στις ορέξεις των μεγάλων κι όμως είναι γεννημένος πρωταγωνιστής.
Αυτή ήταν η τέταρτη συνεργασία, Σπίλμπεργκ και Τομ Χανκς. Οι τρεις προηγούμενες προσπάθειες ήταν στη " Διάσωση του στρατιώτη, Ράιαν " (1998), στο " Πιάσε με, αν μπορείς " (2002) και στο " The Terminal " (2004). H φράση του Τομ Χανκς, " Κάθε άνθρωπος αξίζει μία άμυνα (υπεράσπιση), έχει ειπωθεί από τον ηθοποιό και στο " Πράσινο μίλι " (1999). Επίσης, αυτή ήταν η δεύτερη σύμπραξη του σκηνοθέτη με τους αδελφούς Κοέν. Η πρώτη νωρίτερα το 2010 στο " Αληθινό Θράσος ".
Η αρχή μαεστρική. Σιωπή, περισσεύουν οι λέξεις. Το είδωλο, ο ίδιος, το πορτρέτο (απεικόνιση), είναι καθαρά θέμα αντίληψης, θέσης, οπτικής γωνίας. Η οριστική νίκη του συστήματος είναι αναπόφευκτη κι οι συνέπειες δυσμενείς. Όλα αυτά αντιβαίνουν στην ακεραιότητα του χαρακτήρα κάποιων ανθρώπων, στο σωστό, στο λογικό, στα ιδανικά και την ιδεολογία. Υπάρχουν ακόμα άμεμπτοι, ρομαντικοί. Η μουσική του Τόμας Νιούμαν στο δεύτερο μισό, επιτείνει την αγωνία, δίνει σασπένς στις σκηνές, μέχρι την τελική λύτρωση.
Μία απλή ταινία, που μας παραπέμπει σε μία άλλη εποχή, αλλά θίγει έμμεσα παθογένειες και προβλήματα του σήμερα. Αξίζει να το δει κανείς, να εμβαθύνει, να ψάξει την ιστορία, διότι τα λάθη του παρελθόντος καλό είναι να γίνουν μάθημα για όλους μας, ώστε να αποφευχθούν ανάλογα στο μέλλον. Κάπως έτσι πέρασα από την μία άκρη της γέφυρας στην άλλη μέσα σε δυόμισι περίπου ώρες ...
Μία αληθινή, πολύ δυνατή, ιστορία δύο Ολυμπιονικών, μεταφέρθηκε στην μεγάλη οθόνη, με την μαεστρία του Μπένετ Μίλερ. Μετά το Καπότε (2005) και το Moneyball (2011), δημιούργησε την καλύτερή του ταινία, που κέρδισε δώδεκα βραβεία, μεταξύ των οποίων, " Σκηνοθεσίας " στις Κάννες, και τολμώ να πω αδικήθηκε αρκετά σε άλλες 77 συνολικά υποψηφιότητες.
Τα αδέρφια, Μαρκ και Ντέιβ, Σουλτζ προετοιμάζονται για την Ολυμπιάδα της Σεούλ (1988). Ο μεγάλος, μέντορας του μικρού, οικογενειάρχης και σοβαρός χαρακτήρας. Ο μικρός με τρομερά προσόντα, έχοντας όμως ροπή στην ατασταλία και την καλή ζωή, αδύναμη προσωπικότητα, παρ'ότι πρωταθλητής. Δεν αντέχει ωστόσο με τίποτα να είναι στην σκιά του Ντέιβ και ψάχνει "διαφυγή". Πνίγεται. Το κάλεσμα του πολυεκατομμυριούχου, Τζον Ντι Ποντ, έρχεται ως λύτρωση κι η ακαδημία Foxcatcher γίνεται το νέο σπίτι του Μαρκ. Στο πρόσωπό του Ποντ βρίσκει το πατρικό πρότυπο, που τόσο του είχε λείψει. Όσο δύσκολο είναι όμως να φτάσεις στην κορυφή, τόσο εύκολο είναι να κατακρημνιστείς απ'αυτήν, αν δεν προσέξεις.
Το τίμημα ακριβό. Η μεγάλη ζωή κι ο νοσηρός τρόπος της καθημερινότητας, υπονομεύουν την καριέρα ενός μεγάλου αθλητή και μας οδηγούν προοδευτικά σε μία ανείπωτη οικογενειακή τραγωδία. Άνθρωποι καταξιωμένοι στην συνείδηση του κοινού, αποδεικνύονται περιθωριακοί χαρακτήρες, εξαιρετικά ευάλωτοι και κάποια στιγμή όλο αυτό θα έρθει στην επιφάνεια με ανεξέλεγκτες συνέπειες.
Ο ίδιος ο σκηνοθέτης τονίζει, " λίγους μήνες αφού βγήκε το Καπότε, έλαβα ένα γράμμα από τη Χάρπερ Λι. Έλεγε, ότι η ταινία ήταν μία επίδειξη μυθοπλασίας, ως μέσο για την αλήθεια. Υπήρχαν πολλά στοιχεία στην ταινία, που είχαμε επινοήσει, αλλά τελικά έλεγε την αλήθεια για τον Καπότε. Αυτό προσπάθησα να κάνω και με το Foxcatcher. Οι συνθήκες έμοιαζαν κωμικές και παράλογες, αλλά η κατάληξη τραγική και πραγματική. Όσα συνέβησαν εκεί ήταν τόσο μακριά από τις προσωπικές μου εμπειρίες ωστόσο τα ένιωθα οικεία. Υπήρχε κάτι πέρα από τα γεγονότα, που δεν έδειχνε καθόλου περίεργα.
Την Άνοιξη του 2006, παραδόθηκε στον σκηνοθέτη, ένα βίντεο, με αποκόμματα εφημερίδων, που αφορούσαν την πολύκροτη υπόθεση. Αυτό ήταν καταλύτης για την υλοποίηση της ταινίας. Ο Μαρκ Ράφαλο για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του ρόλου, έκανε έξι μήνες εντατική προπόνηση, τόσο για το σώμα του, όσο και για να μάθει τους κανόνες του αθλήματος. Ο Τατούμ στην σκηνή με τον καθρέφτη, τον σπάει στην πραγματικότητα. Τόση ένταση και πάθος είχε για τον ρόλο, που υποδυόταν. Στιβ Κάρελ και Μ.Ράφαλο είχαν συμπρωταγωνιστήσει νωρίτερα στο " Ραντεβού για παντρεμένους " (2010).
Οι ερμηνείες των τριών πρωταγωνιστών είναι ιδανικές. Έχουν επιλεχθεί οι κατάλληλοι ηθοποιοί (Κάρελ, Τατούμ, Ράφαλο) για καθένα ρόλο. Ο θεατής γίνεται κομμάτι της ταινίας, σαν να βλέπει την αληθινή ιστορία, που του προκαλεί έντονα συναισθήματα. Γι'αυτό άλλωστε είναι σπουδαία. Είναι μία μεγάλη επιτυχία του αμερικανικού σινεμά, καθώς θίγει έμμεσα ταξικές, οικονομικές και κοινωνικές διαφορές, αναπτύσσει την σχέση εκμεταλλευτή-εκμεταλλευόμενου και γενικότερα προβάλλει μία άρρωστη πλευρά των ΗΠΑ, δηλαδή την νοσηρότητα της ελεύθερης αγοράς, που είναι ικανή να εξαγοράσει συνειδήσεις-ανθρώπους
Όσον αφορά την αληθινή ιστορία, πράγματι ο Ντι Ποντ ήταν ένας συμπλεγματικός, προβληματικός χαρακτήρας, που ποτέ δεν απαγκιστρώθηκε από την μητέρα του. Ποτέ δεν μόχθησε, ούτε προσπάθησε για κάτι. Άεργος, ήταν πλέον ένας μεσήλικας " μπέμπης ", κουβαλώντας της παθογένειες της ενηλικίωσης του. Ομοφυλόφιλος, αρέσκονταν να συναναστρέφεται με νεαρούς αθλητές, προσπαθούσε να κρύψει το πάθος του, πίσω από τον μανδύα της Foxcatcher. Πράγματι σκότωσε τον Ντέιβ Σουλτζ μπροστά στα μάτια της οικογένειάς του, επειδή τον ενημέρωσε πως αποχωρεί από προπονητής της ακαδημίας.
Όταν κανείς πρωταθλητισμό, αν το έχεις βιώσει, πρέπει να στερηθείς πράγματα. Αν δε, βγάλεις λίγα χρήματα γλυκαίνεσαι. Οι πειρασμοί πολλοί. Πρέπει να αντισταθείς και να αφοσιωθείς στον στόχο σου. Ζήτημα είναι η διάρκεια κι όχι να γίνεις πυροτέχνημα. Η ιστορία διδάσκει κι όποιος την παραβλέπει, δεν έχει απλά μέλλον. Έτσι και στην περίπτωσή μας ...
Πολλές φορές ένας τίτλος είναι ενδεικτικός του τι θα ακολουθήσει στην μεγάλη οθόνη. Στην περίπτωσή μας η ρήση αυτή ταιριάζει απόλυτα. " Δεσμοί αίματος " στην κυριολεξία, καθώς ο Γκρίμουρ Χακόναρσον αναλαμβάνει να σκηνοθετήσει έναν ύμνο για την σχέση μεταξύ δύο αδελφών (Γκάμι και Κίντι), που περνά από χιλιάδες κύματα, μέχρι το τελικό φινάλε. Στα όρια του ντοκιμαντέρ, στην μακρινή Ισλανδία, που οι περισσότεροι γνώρισαν γεωγραφικά, από το Euro της Γαλλίας.
Σε μία απομονωμένη κοιλάδα του νησιού, δύο ηλικιωμένα αδέρφια έχουν να μιλήσουν περίπου σαράντα χρόνια. Ένας φράχτης χωρίζει τις μάντρες τους, ωστόσο το χάσμα αγεφύρωτο. Επικοινωνούν μάλιστα με γραπτά μηνύματα μέσω ενός σκύλου (ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου), που διαδραματίζει τον ρόλο του αγγελιοφόρου. Οικογένειά τους, παιδιά τους, τα πρόβατά τους. Το πιο αγνό ζώο, ο αμνός του Θεού.Τα φροντίζουν και κάθε χρόνο λαμβάνουν μέρος στον τοπικό διαγωνισμό, κερδίζοντας μάλιστα τις περισσότερες φορές, το πρώτο βραβείο. Κι ενώ όλα κυλούν ομαλά κι απολαμβάνουν την ησυχία της μοναξιάς του, έρχεται ένα τόσο δυνατό χτύπημα, που θα τους ταράξει συθέμελα, θα ανατρέψει τις ισορροπίες και θα τους αναγκάσει να αναθεωρήσουν τα πιστεύω τους.
Ξαφνικά το κοπάδι αρρωσταίνει, οι ειδικοί αποφασίζουν την θανάτωση όλων των ζώων. Μαχαιριά στην καρδιά. Δεν μένει επιλογή, πρέπει να συνεργαστούν για σώσουν την κληρονομιά τους, οικονομική, ηθική, οικογενειακή. " Θέλω να με βοηθήσεις ". Ο εγωισμός πέφτει, ιδανικά κι αξίες όπως η συνεργασία, η αλληλεγγύη, η αδερφική αγάπη εξυψώνονται. Είμαστε άνθρωποι. Έχουν το ίδιο αίμα μέσα τους. Όλα αυτά κάτω από αντίξοες συνθήκες, η δύναμη του συναφιού μας όμως τεράστια. Θα πετύχει άραγε το εγχείρημά τους; Μοιράζονται την αγωνία, το άγχος, τις σκέψεις του, με κοινό στόχο, να σώσουν το βιός τους.
Μόνο τυχαίο δεν μπορεί να θεωρηθεί το γεγονός, ότι κέρδισε το βραβείο Μέγας Αλέξανδρος στην Θεσσαλονίκη ή ότι διακρίθηκε στο Φεστιβάλ των Καννών. Συνολικά 28 νίκες, δείγμα, ότι ακόμα υπάρχει ανθρωπιά κι αξίες. Ο κόσμος ευαισθητοποιείται, δεν έχει γίνει μάζα σε απόλυτο βαθμό, ούτε ρομπότ. Έχει συναισθήματα. Όπως είναι λογικό, η ταινία " Δεσμοί αίματος " αποτέλεσε την υποψηφιότητα της Ισλανδίας για Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας, αλλά δεν πέρασε στην τελική φάση του διαγωνισμού. Στην Γαλλία, όπου κι έκανε ντεμπούτο, στις Κάννες, η διανομή της ταινίας έχει ευδοκιμήσει και δεν είναι κάτι συνηθισμένο.
Mέσα από έναν ρεαλισμό, που φλερτάρει με τον κυνισμό, ο Χακόναρσον, μας δίνει την εικόνα της ζωής στην περιφέρεια της Ισλανδίας. Συνθέτει ένα οικογενειακό δράμα, με πινελιές μαύρο χιούμορ, που δίνουν μία ανάσα χαράς στον θεατή-πρωταγωνιστή, που βιώνει το όλο δράμα. Το πιο όμορφο στα δικά μου μάτια είναι, ότι μιλάμε για μία ειλικρινή, αυθεντική σχέση, που ναι μεν περνάει από χίλια κύματα, αλλά έχει έντονο φινάλε. Αισιόδοξο, ελπιδοφόρο.
H αποθέωση της αδελφικής αγάπης. Είναι μία σχέση ζωής, ακόμα κι αν περάσει από μυριάδες εμπόδια, διαρκεί για πάντα. Πολλές φορές ο εγωισμός μας τυφλώνει και για μικρά πράγματα χαλάμε τις καρδιές, στο τέλος όμως η αγάπη θα κερδίσει, να΄στε σίγουροι. Μία ανάμνηση είναι αρκετή για να αμβλυνθεί το χάσμα. Τα προβλήματα φέρνουν τους ανθρώπους, πιο κοντά, όπως στην ταινία μας. Το ίδιο ισχύει και στην εποχή μας και στη χώρα μας. Εσείς κρατάτε, ακόμα κακία;
Η ταινία του Χρήστου Βούπουρα (Λιποτάκτης 1988, Μιρουπάφσιμ 1997), βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα, " Εφτά Θυμοί " αγγίζει τον θεατή και τον ταξιδεύει. Με διαχρονική αξία, επίκαιρη για το σήμερα και το αύριο. Το ασπρόμαυρο φόντο με πάει στο παρελθόν, στην παλιά Αθήνα, σαν σκηνικό από ελληνική ταινία. Βαθιά ανθρωποκεντρικό, αντιρατσιστκό μακριά από προκαταλήψεις και στερεότυπα της εποχής, δίχως ηθικούς φραγμούς κι αναστολές.
Ο πρωταγωνιστής (Μάξιμος Μουμούρης) μας, είναι ένας 42άρης αρχαιολόγος, ομοφυλόφιλος και άθεος. Συνάπτει σχέση με έναν 20χρονο Άραβα κι αυτή θα τον σημαδέψει ανεξίτηλα για τη συνέχεια της ζωής του. Παράλληλα συναναστρέφεται με μία ελληνογαλλίδα κι έναν Αλβανό μουσικούς, έναν Έλληνα που επαναπατρίζεται, έναν αστυνομικό κι έναν διευθυντή Τράπεζας, που νομίζει πως τα χρήματα δίνουν την απόλυτη ευτυχία. Κάθε επαφή ένα μάθημα ζωής, σκληρό στα όρια του κυνισμού. Συγχέονται όλοι οι κόσμοι της σημερινής παρηκμάζουσας Ελλάδας και δίνουν μάχη να αλλοιώσουν την προσωπικότητά του. Θα αντέξει άραγε;
Μέσα σε ένα φιλμ 100 λεπτών θίγονται ευαίσθητα ζητήματα. Η ατάκα του νεαρού πιανίστα. " Τι να κάνω εδώ σ΄αυτήν την χώρα, την μουσική την έχετε μόνο για χόμπι, δεν υπάρχει παιδεία; ". Υποδηλώνει το αδιέξοδο των νέων. Η έλλειψη αλληλεγγύης μεταξύ των ανθρώπων, χαρακτηριστικό του νεοΈλληνα. " Εσύ δεν ξέρεις από αγάπη, εγώ ξέρω ", λέει ο νεαρός Άραβας στον Πέτρο. " Κύριε Πέτρο γνωρίζετε καράτε; να μάθετε ", ακούγεται από τον γέρο θυρωρό. " Την Ελλάδα για να την ανακαλύψεις, πρέπει να φύγεις μακριά της ". Προτάσεις που θα μπορούσαν να γίνουν θέμα για έκθεση. Πυροδοτούν την σκέψη σου και καλλιεργείς τις ιδέες μέσα σου, μέχρι να ωριμάσουν. Καταλαβαίνεις πάντως πως δεν μεγαλώνεις σε έναν κόσμο αγγελικά πλασμένο.
Ο ίδιος ο σκηνοθέτης θέλει να καταδείξει την γοητεία του διαφορετικού. Ο έρωτας είναι θυσία, ελευθερία, προσμονή, δημιουργία, εμπιστοσύνη κι απόλαυση. Γι΄αυτό αγγίζει τα όρια του θανάτου. Υποστηρίζει επίσης, πως ήρθε η ώρα να απογαλακτιστούμε από τα απομεινάρια μεσαιωνικών αντιλήψεων και θρησκευτικών συντηρητισμών. Ο,τι χαρακτηρίζει τις επιλογές ενός ανθρώπου, αισθητικές, ερωτικές, κοινωνικές, πρέπει αυτονόητα να γίνεται σεβαστό. Για το ευαίσθητο θέμα της μετανάστευσης τονίζει, ότι η παραβατικότητα έχει ταυτιστεί πλέον με το κύμα ερχομού προσφύγων. Ο Έλληνας ξέρει καλά αυτόν τον όρο, μόνο τυχαία δεν είναι η ύπαρξη του Ξένιου Δία, Θεού της φιλοξενίας. Η γνώση της συμπόνοιας είναι χαρακτηριστικό του λαικού ανθρώπου. Η ζωή είναι δρόμος, περιπλάνηση, κάπως έτσι αντιλαμβάνεται ο ίδιος την τέχνη.
Όλα αυτά στην εποχή της οικονομικής, αλλά κυρίως της κοινωνικής, κρίσης αξιών κι ιδανικών. Το μεταναστευτικό αποτελεί μείζον πρόβλημα και σήμερα στην Ελλάδα. Ζήσαμε την Ειδομένη, τώρα οι μετανάστες είναι στο ΑΠΘ, ο κόσμος έχει ξεσηκωθεί, αναγεννώνται ρατσιστικές αντιλήψεις, βρίσκουν πάτημα φασιστικά μορφώματα και προπαγανδίζουν την πολιτική τους στον χιλιοταλαιπωρημένο λαό, που ψάχνει σανίδα σωτήριας, μέσα στην δίνη της καθημερινότητας. Πολύ λεπτό ζήτημα, που μαστίζει σήμερα την χώρα μας κι απαιτεί σαφώς λεπτούς χειρισμούς,ώστε να μην ξεφύγει από τον έλεγχο η κατάσταση.
Ο Πέτρος μοιάζει σαστισμένος, πανικόβλητος. Του αρέσει να είναι κοντά στους νέους κι ιδιαίτερα του ίδιου φύλλου. Στόχος είναι η ανάκαμψη κι η τελική νίκης της αγάπης, του καλού. Όλα αυτά σε μία εποχή, που κυρίαρχες αξίες για την μάζα είναι η ευτελής διασκέδαση και το φαίνεσθαι. Ο πρωταγωνιστής παρακολουθεί, ζει, βιώνει. Δεν ανήκει εδώ, παίρνει απόσταση, ζει την μοναξιά κι επιστρέφει, διότι η ζωή είναι για τους ανθρώπους κι ας μην είναι το παιχνίδι με τους όρους του. Ένας λαβύρινθος, με δαιδαλώδη προβλήματα.
Στο φινάλε το κέρδος είναι η αποκόμιση εμπειριών, το ταξίδι προς την Ιθάκη. Και μάλιστα εδώ ταιριάζει άρρηκτα η αναφορά στον επίσης ομοφυλόφιλο Καβάφη, που ποτέ δεν έκρυψε την αγάπη του για το νέο-ωραίο. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τον πρωταγωνιστή μας. Ψάχνει τρόπο να ισορροπήσει ψυχικά, μέσα στην αδυσώπητη καθημερινότητα. Χαρακτηριστική είναι η εικόνα, που βλέπει το τρένο να περνά μπροστά του, σαν να φεύγει η ζωή του. Τελικά δεν τα κατάφερε, να αλλάξει τον κόσμο, υπέκυψε στον πειρασμό, αλλοτριώθηκε, βίωσε όμως έντονα συναισθήματα. Και κάπου εκεί η εικόνα γίνεται έγχρωμη. Αυτό επικρατεί σήμερα. Πόσα θες; Ρωτά ...
Η τρίτη ταινία του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου, που έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ του Ρότερνταμ, ταξίδεψε μέχρι το Εδιμβούργο, που βραβεύτηκε κι είναι υποψήφια στην δεκάδα των Βραβείων LUX του Ευρωπαικού Κοινοβουλίου. Ο Έλληνας σκηνοθέτης ξαναχτυπά, μετά τα Bank Bang (2008) και Wasted Youth (2011) και μας χαρίζει την καλύτερή του ταινία με πρωταγωνιστή τον Μάκη Παπαδημητρίου. Το ελληνικό σινεμά σε μία δύσκολη εποχή, οικονομικής κι ηθικής κρίσης, δίνει απαντήσεις ποιότητας και μετά τον Αστακό του Λάνθινο, το Chevalier της Αθηνάς Τσαγκάρη και το Tετάρτη 4:45 του Α. Αλεξίου, παρουσιάζει σε όλη την Ευρώπη το Suntan.
Ένας μοναχικός άνδρας μεταβαίνει στην Αντίπαρο, προκειμένου να κάνει το αγροτικό του, ως γιατρός του νησιού. Εσωστρεφής και μοναχικός, στο πρότυπο της εποχής, τολμώ να πω, ζει μαραζωμένος, εγκλωβισμένος μεταξύ του άχαρου λειτουργήματός που επιτελεί και της πτώσης των αξιών της εποχής, που τον έφεραν εκεί. Κάπως έτσι κυλάει το πρώτο, βαρετό μέρος του φιλμ. Κι εκεί, που πας να απογοητευτείς, έρχεται η ανατροπή κι η απογείωση στο δεύτερο σκέλος. Όαση στην έρημο της μονοτονίας του αντιεμπορικού νησιού.
Μία ομάδα τουριστών φτάνει στο νησί. Μέλος της η Άννα. Ο Κωστής μαγεύεται. Είναι ικανός να ζήσει το όνειρο στα όρια του εφιάλτη. Να ρισκάρει. Η ταινία ακροβατεί μεταξύ του δράματος και της κωμωδίας. Το παιχνίδι με τον ήλιο και το νερό, με το γυμνό και ντυμένο σώμα. Δεύτερα μηνύματα κρυμμένα σε κάθε σκηνή. Σε παρασέρνει, σε ταξιδεύει, σε μαγεύει κι εν τέλει σε παγιδεύει. Μέσα στην ηλιόλουστη ραστώνη, ο πρωταγωνιστής μας επιδιώκει να ξεπεράσει τον εαυτό του, βιώνοντας παράλληλα τα απωθημένα του.
Δύο κόσμοι συγκρούονται. Ο σοβαρός γιατρός, μετρημένος και πνιγμένος στην καθημερινότητα κι οι φιλοήδονοι τουρίστες, που η ηλικία τους, τους επιτρέπει να διασκεδάσουν, χωρίς να σκέφτονται το αύριο, δίχως επιπρόσθετες έγνοιες κι αναστολές. Ο Παπαδημητρόπουλος συνθέτει το ψηφιδωτό της ελληνικής κοινωνίας. Τόσο αληθινό, ρεαλιστικό, στα όρια του κυνισμού.
Ο Παπαδημητρίου από κομπάρσος της τηλεόρασης, μετά το Chevalier, εξελίσσεται στον απόλυτο πρωταγωνιστή της μεγάλης οθόνης. H Έλλη Τρίνγκου στο ντεμπούτο της, δίνει μία δυνατή ερμηνεία, ενδεικτικό του τι θα ακολουθήσει στην καριέρα της. Η αλλοτρίωση του ανθρώπου της εποχής, μπορεί να νικηθεί. Ευτυχώς η ιατρική δεν βρήκε ακόμα αντίδοτο στον ΕΡΩΤΑ.
Μία ταινία, της οποίας σεναριογράφος είναι ο Πολ Λάφερτι, δεν μπορεί παρά να έχει έντονο κοινωνικοπολιτικό μήνυμα. Ο βασικός συνεργάτης του Κεν Λόουτς, δουλεύει με την 49χρονη Ισιάρ Μπογαίν και δίνουν ένα βαθιά συγκινητικό μήνυμα, μέσα από ένα φιλμ εκατό λεπτών. Ο ισπανικός κινηματογράφος ακμάζει και μετά τον " Ματωμένο Γάμο ", έρχεται μέσα στο 2016, μία ακόμα πολύ αξιόλογη προσπάθεια.
Με κινητήριο μοχλό την Ελιά, ιερό φυτό από αρχαιοτάτων χρόνων στη Μεσόγειο ξετυλίγεται η πλοκή του έργου, που ευαισθητοποιεί και ενεργοποιεί τον θεατή. Ο παππούς έχει ζήσει μία ζωή συνυφασμένη με το δέντρο. Είναι η ιστορία του, η κληρονομιά που του έλαχε από τους πρεσβύτερους κι είχε σκοπό να αφήσει στα παιδιά του. Ένα κειμήλιο. Για κακή του τύχη όμως, μόνο η εγγονή του αντιλήφθηκε την αξία του εγχειρήματος του. Πολλές φορές στη ζωή, δύσκολο είναι το απλό άλλωστε. Η μικρή έζησε το παραμύθι με το Τέρας. Τραγούδησε, σκαρφάλωσε, έπαιξε, έμαθε να μπολιάζει. Τα χρήματα δεν αλλοτρίωσαν τον γέροντα, μαράζωσε, έλειπε το " παιδί " του, η παρέα του. Πιστός συνοδοιπόρος του, η Άλμα μεγαλώνοντας. Έκανε κάθε δυνατή κι αδύνατη προσπάθεια για να τον αναστήσει και να τον σώσει.
Το ταξίδι ξεκίνησε χωρίς σχέδιο και με περίσσειο θράσος, η παλιννόστηση του " δέντρου " ευσεβής πόθος. Η ανιδιοτελής αγάπη του φίλου της, Ράφα πυξίδα για να φτάσει στον στόχο η οικογένεια. Θυσιάζει τα πάντα κι ας γνωρίσει την σκληρή αλήθεια. Η ακτιβιστική κοινότητα της Γερμανίας ευαισθητοποιήθηκε, αγκάλιασε την προσπάθεια της νεαρής κοπέλας. Έγινε αγώνας μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Οι Γερμανοί όμως στυγνοί, όπως και στην καθημερινότητα αδιαφόρησαν.
O σεναριογράφος πήρε την ιδέα από ένα άρθρο σε εφημερίδα, που αφορούσε σε πώληση δέντρων από την Ισπανία, προς τον Βορρά της Ευρώπης και την Ασία. H φίλη της πρωταγωνίστριας καλείται συνεχώς Βίκι. Δεν είναι αυτό το όνομά της. Είναι το παρατσούκλι της από το Wikipedia, καθώς είναι μία κινητή εγκυκλοπαίδεια. Πανέξυπνη και καθ΄όλα ενημερωμένη. Η περιοχή που ήταν η Ελιά είναι το Ελ Μεστράντζο. Μία έκταση στην επαρχία Καστεγιόν, στην αυτόνομη Βαλένθια.
Κι όταν η Άλμα, μετά από συνεχή αγώνα, ανέβηκε στο δέντρο, επήλθε η λύτρωση. Ο παππούς το ένιωσε, άγγιξε την Ελιά ένα μέλος της οικογενείας και κοιμήθηκε ήσυχος, πράος, ήρεμος. Η επιστροφή δύσκολη, το φορτίο βαρύ, η απώλεια δυσβάσταχτη. Κι όμως το σκηνικό ανατρέπεται, η ζωή νικά τον θάνατο. Μία νέα ελιά θα μεγαλώσει στην ίδια ακριβώς θέση. Φόρος τιμής στον παππού και την φύση.
Αν ερμηνεύσουμε αλληγορικά την ταινία, βλέπουνε ότι η Ευρώπη χωρίζεται στα δύο. Ο Βορράς του πλούτου κι η Μεσόγειος του ρομαντισμού και της κρίσης, που ακόμα επιβιώνουν το ήθος κι οι αξίες. Η Γερμανία κινεί τα νήματα κι εκμεταλλεύεται τον πλούτο των άλλων χωρών. Η φύση όμως θα εκδικηθεί είναι δεδομένο. Οι άνθρωποι κατανοούν το μέγεθος της καταστροφής πλέον, αλλά ίσως είναι ήδη αργά.
Πολυδιάστατο φιλμ, ανθρώπινες σχέσεις, δυνατοί δεσμοί. Ένα ταξίδι γεμάτο νόημα σε μία δεύτερη ανάγνωση, η προσπάθεια, ο αγώνας στέφθηκαν από επιτυχία. Είδαμε στην οθόνη ιδανικά, που σπανίζουν στην εποχή μας και τα συναντάμε κυρίως σε επαρχίες, που οι σχέσεις δεν έχουν εκφυλιστεί πλήρως.
Τα χρόνια που βιώνουμε είναι δύσκολα, κυρίως στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη γενικότερα, όπου επίκεινται θεμελιώδεις αλλαγές. Ένα σπίρτο, μία αφορμή είναι ικανό να πυροδοτήσει τις εξελίξεις και δεν αποκλείεται το Brexit να είναι απλά η απαρχή της διάλυσης της Ένωσης με τη σημερινή της μορφή και την αναδιοργάνωση της, προς όφελος του παράγοντα άνθρωπος. Πάντα ήμουν εναντίον της αποχής στις εκλογές. Χθες στην Ισπανία ο μισός πληθυσμός σχεδόν δεν πήγε να ψηφίσει. Εικόνες ντροπής. Όσο μεγάλη κι αν είναι η απογοήτευση, όσο και να μην μας εκφράζει κάτι, πρέπει να κάνουμε το χρέος μας, πηγαίνοντας στην κάλπη, όσο το δυνατόν καλύτερα ενημερωμένοι. Οι νέοι γύρισαν την πλάτη στο μέλλον τους. Πλέον, πρέπει να επιβάλλονται κυρώσεις σε όποιον απέχει, ειδάλλως η νικήτρια θα είναι αυτή από εδώ και στο εξής, ενώ σημαντική θα είναι η άνοδος των ακροδεξιών κομμάτων σε όλα τα κράτη, καθώς έχουν φανατικούς υποστηρικτές. Πριν πάτε για μπάνιο λοιπόν, σκεφτείτε πως αφήνεται το μέλλον του τόπου σας σε χέρια άλλων, άβουλοι, γι'αυτά που θα σας βρουν στη συνέχεια. Καλημέρα ...
Καλημέρα φίλες και φίλοι. Θεωρείται δεδομένο πλέον, ότι η Μεγάλη Βρετανία χαράζει δικό της δρόμο κι αποσχίζεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι Άγγλοι κι οι Ουαλοί έδειξαν τον δρόμο. Πλέον, ξημερώνει μία καινούρια μέρα για την Ευρώπη. Το σοκ είναι μεγάλο. Μία ματιά στα διεθνή χρηματιστήρια ενδεικτική. Όταν έχεις ισχυρή οικονομία δεν φοβάσαι κι όταν θες να είσαι κύριος του εαυτού σου και τον σέβεσαι πας σε αυτήν την λύση, με την πιο δημοκρατική διαδικασία, το δημοψήφισμα. Θα μπορούσε να το κάνει άραγε η Ελλάδα το 2009; Ναι θα πω θα εγώ. Θα είχε επιπτώσεις. Θα είχαμε όμως το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. Συμβιβάστηκε τότε. Τώρα αργά για δάκρυα κυρίες και κύριοι. Οι Βρετανοί σήμερα έκαναν ένα αποφασιστικό βήμα. Αποχώρησαν οικειοθελώς. Ήξεραν καλά πως θα συμβεί, γι'αυτό κράτησαν όλα αυτά τα χρόνια το δικό τους νόμισμα. Από την στιγμή που η Ένωση έχασε τις αξίες και τα ιδεώδη της, η διάλυση ήταν κάτι νομοτελειακό, μοιραία. Όσο συντομότερα, τόσο καλύτερα για την ανθρωπότητα και πιθανότατα για την Ελλάδα. Όσον αφορά το Brexit, που είναι το θέμα μας, προφανώς το Ενωμένο Βασίλειο δεν μπορούσε να παίζει άλλο τον ρόλο του κομπάρσου, της μαριονέτας σε μία συμμαχία που κυριαρχούν τα συμφέροντα άλλων κι ας μην το επηρεάζουν άμεσα. Πέρυσι οι Έλληνες είπαν ΟΧΙ στην λιτότητα και τον εξευτελισμό της αξιοπρέπειας τους. Το σημερινό είναι ένα ηχηρό χαστούκι στον μηχανισμό Ε.Ε., θα ακολουθήσουν κι άλλα (οριακή η κατάσταση στην Γαλλία), θέλει όμως χρόνο και υπομονή για να πέσει το σαθρό κι απάνθρωπο σύστημα συμφερόντων. Η προοδευτική Ευρώπη, έναντι της συντηρητικής, αυτή των αξιών και της ηθικής θα επιστρέψει. Μακάρι να ζούμε ως τότε να το απολαύσουμε. Κουράγιο ...
Y.Γ. Ευτυχώς πλέον υπάρχει το Internet και τα στημένα ΜΜΕ ξεφτιλίζονται με τον πιο εμφατικό τρόπο. Τα ίδια στην Ελλάδα, τα ίδια στην Αγγλία, τα ίδια στον κόσμο όλο.
Υ.Γ. 2 Ο φόβος νικήθηκε μετά την Ελλάδα και στην Μεγάλη Βρετανία. Ψήφισαν ΟΧΙ. Για διαφορετικούς λόγους, αλλά ΟΧΙ.
To Εuro είναι η μεγάλη γιορτή του ποδοσφαίρου της Ευρώπης. Δεδομένο. Το φετινό όμως διαφέρει από τα υπόλοιπα. Πάντα το ποδόσφαιρο, όντας το Σπορ του λαού, ήταν συνυφασμένο με την κοινωνικοοικονομική κατάσταση. Οι συγκρούσεις που μένονται στη Γαλλία μόνο τυχαίες δεν είναι. Ο λαός εκεί είναι εξαγριωμένος και ξεσπά σε κάθε αφορμή. Την ίδια ώρα οι Άγγλοι, που δεν είναι και τα καλύτερα παιδιά, εν μέσω του δημοψηφίσματος για το Brexit, ρημάζουν ό,τι βρουν στο διάβα τους. Οι Ρώσοι βρίσκονται μέσα στον πυρήνα (Γαλλία-Γερμανία) της Ευρωπαικής Ένωσης και ζουν στο μυαλό τους την δική τους επανάσταση με οδομαχίες και βλαχομαγκιές. Ο πρώτος νεκρός ήταν από την Βόρειο Ιρλανδία. Η κατάσταση είναι ανεξέλεγκτη και μάρτυρες περιγράφουν γλαφυρά, πως είναι θέμα χρόνου να θρηνήσουμε κι άλλα θύματα δυστυχώς. Χθες είχαμε τον δεύτερο νεκρό. Αυτή την φορά, ένας Βέλγος σε πούλμαν, πιθανότατα από καρδιακό επεισόδιο. Ο πόλεμος μαίνεται σε όλη την ανθρωπότητα για τα καλά, η μάζα λειτουργεί και πάλι ως όπλο του συστήματος, άθελά της.Αποπροσανατολισμός και κάθε μέρα και χειρότερα συμβάντα. Μέσα σε όλα ο ISIS αναλαμβάνει την ευθύνη για την επίθεση στον Ορλάντο (50 νεκροί) και την χθεσινή διπλή δολοφονία στην Γαλλία. Τι περιμένετε λοιπόν για να σταματήσετε όλο αυτό; Ουσιαστικά δεν υπάρχει γιορτή, όταν ο φόβος ελλοχεύει και το άγχος κυριεύει. Σφυρίξτε την λήξη πριν είναι αργά!
Το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελλάδα είναι σαφές, ότι είναι δομημένο σε σάθρα θεμέλια. Η πίεση γίνεται έντονη, όταν σου επιβάλλουν να είσαι αριστούχος από νεαρή ηλικία, ενώ μεγαλώνοντας οι ευθύνες αυξάνονται. Πολλοί θεωρούν πως οι Πανελλήνιες εξετάσεις εκεί ο μεγαλύτερος γολγοθάς. Εξαρτάται σε ποια σχολή θα περάσεις. Ποια θα είναι η επιτυχία σου. Δυστυχώς όμως εν μέσω οικονομικής κρίσης, δεν υπάρχει το "θέλω", η κλίση, το τάλαντο, η επιλογή, παρά μόνο το "πρέπει", η επιβίωση. Να σπουδάσουμε, κάτι το οποίο θα μας επιτρέψει να ζήσουμε στην χώρα μας και να μην μεταναστεύσουμε, όπως χιλιάδες νέοι. Αυτός είναι ο μοναδικός στόχος, στη σημερινή Ελλάδα. Πέρασα από το παιδαγωγικό δημοτικής εκπαίδευσης, από την γυμναστική ακαδημία και κατέληξα στην Φαρμακευτική, για να διεκδικήσω αυτό το δικαίωμα. Ντρέπομαι που το λέω, αλλά αυτή είναι η σκληρή αλήθεια. Ιούνιος, περίοδος εξεταστικής. Κάποιοι το απολαμβάνουν, άλλοι, μαζί κι εγώ, νεκρώνονται ως προσωπικότητες, προκειμένου να διαβάσουν. Δεν προλαβαίνουν να κάνουν τίποτα εποικοδομητικό. Να γράψουν, να γυμναστούν, ούτε να χαμογελάσουν. Μία επίγεια κόλαση μπροστά στα μάτια μας, μέσα στην ψυχή μας. Κι όλο αυτό το υπομένουμε σαν κάτι φυσιολογικό. Ίσως τελικά αυτό μας αξίζει, αφού δεν επαναστατούμε!
Στην Ελλάδα του 2016 η ωριμότητα αποτελεί προσόν λίγων ανθρώπων, ανεξαρτήτου ηλικίας. Δεν είναι απαραίτητο, ότι οι πρεσβύτεροι είναι και πιο ώριμοι. Παρά την εμπειρία και τις παραστάσεις ζωής, πολλές φορές φορούν παρωπίδες και δεν μπορούν να δουν τα πράγματα από διαφορετικές οπτικές, να αντικρίσουν την σκληρή πραγματικότητα, ακόμα κι αν υποστηρίζουν πως είναι ανοιχτόμυαλοι. Δυστυχώς αρκετοί απ΄αυτούς προσπαθούν να κρυφτούν πίσω από προσωπεία και μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να καλύψουν την μοναξιά που ζουν και την προβληματική σχέση που έχουν με τον ίδιο τους τον εαυτό. Επιδίδονται σε ένα ανελέητο παιχνίδι κοινωνικοποίησης για το θεαθήναι κι όταν πέσει το ρεύμα, υπαρξιακό κενό, το απόλυτο. Στον κόσμο των likes, επιβιώνουν οι μη έχοντες ή οι ελάχιστοι που το χρησιμοποιούν σωστά. Τους υπόλοιπους τους καταπίνει το τέρας, το σύστημα και τους αποξενώνει από τους κανονικούς ανθρώπους. Τόσα χρόνια πώς επιβίωσε το είδος μας; Αλήθεια τι σημαίνει φίλος ή οικογένεια; Αρεστός και καλός είναι αυτός που σε εκθειάζει, σου κάνει κομπλιμέντα και πίσω από την πλάτη σου γελά με έναν κοινό σας γνωστό. Λυπηρό στα δικά μου μάτια. Εφήμερες σχέσεις ενός μήνα, χωρίς ηθική και αξίες. Αχαριστία. Η ζωή είναι για να την ζεις με τους ανθρώπους. Μία γυναίκα που θα συγκινήσει, φίλοι, παρέες. Η ζωή είναι έξω από την οθόνη. Ο υπολογιστής και το κινητό αποτελούν μέσα για την εργασία μας. Κι όταν κάποιος ξεφεύγει από την μάστιγα της εποχής, είναι ανεπιθύμητος, μου θυμίζει τον μύθο του Σπηλαίου από την Πολιτεία του Πλάτωνα. Αυτός που θα πει το αυτονόητο και θα έχει διάθεση να δώσει, γίνεται ξαφνικά αποδιοπομπαίος τράγος. Τότε ξεκινά ένα σχέδιο απομυθοποίησης του, όσο ικανός κι αν είναι. Ψεύτικος κόσμος, ψεύτικα λόγια, βαρύγδουπες κουβέντες, δίχως ρεαλιστικό υπόβαθρο. Σχέσεις πίσω από οθόνες, απουσία παρουσίας. Κι όμως άνθρωποι επιλέγουν αυτόν ακριβώς τον δρόμο και ξεγελούν. Αντί να είναι σεμνοί και ταπεινοί, δίνοντας το καλό παράδειγμα. Είναι αυτό ωριμότητα; Είναι αυτό μάθημα στις νέες γενιές ή παραδείγματα προς αποφυγή; Είναι αυτό ανθρώπινο; Όχι κυρίες και κύριοι. Ο σεβασμός κερδίζεται με κόπο κι αγώνα, δεν επιβάλλεται. Πιο εκλαικευμένα ο μάγκας ξεχωρίζει, για το μεγαλείο της ψυχής του και την αρσενική του συμπεριφορά. Όλα τα άλλα είναι να΄χαμε να λέγαμε. Ο προβληματικός, ο ψυχικά ανισόρροπος, δεν έχει χρόνο για κανέναν άλλον παρά μόνο για τον εαυτό του και τον άκρατο εγωισμό του και φτάνει τυφλωμένος να κατηγορεί τους άλλους γι΄αυτό. Νοσηρό. Τραγικό. Καλή τύχη ...
Μία ωδή στην αμερόληπτη ερευνητική δημοσιογραφία. Ο Τζέιμς Βάντερμπιτ φέρνει στην μεγάλη οθόνη το μυθιστόρημα της Μέρι Μέιπς, " Truth and Duty, The Press, the President, and the Drivilege of Power ", κάνοντας την πρώτη του ταινία. Κι αν στο Spotlight είχαμε την αποθέωση της επιτυχίας του εγχειρήματος, εδώ έχουμε μία άλλη πτυχή, την πιο δύσκολη, αυτή της αποτυχίας. Έχει όμως κι αυτή την γοητεία της. Ο αγώνας του ανθρώπου, η αυταπάρνηση, το ταξίδι προς την "Ιθάκη".
Στις 9 Σεπτεμβρίου 2004, ο Νταν Ράδερ, παρουσιαστής του κεντρικού δελτίου του CBS, στην εκπομπή " 60 minutes ", αποκαλύπτει ότι ο πρόεδρος Μπους, απέφυγε την στρατιωτική του θητεία, μεταξύ 1968-1974, εν μέσω του πολέμου Βιετνάμ. Ισχυρές γνωριμίες και πολιτική δύναμη τον έφεραν στην Εθνοφρουρά του Τέξας, αλλά ούτε εκεί βρέθηκαν πρακτικά, που να επιβεβαιώνουν την παρουσία του. Η μαχητική δημοσιογραφία, δοκιμάζει τα όριά της, αγγίζει την εξουσία και δίνει αγώνα για να δει η αλήθεια το φως της δημοσιότητας. Η ρεπόρτερ Μέρι Μέιπς κι η ομάδα της παγιδεύονται. Η ηδονή του αποτελέσματος, η νίκη του καλού κι ηθική δικαίωση, δίνουν τη θέση τους στην αμφιβολία, το δριμύ κατήγορω, την αμφισβήτηση και την αποτυχία.
Ο σκηνοθέτης της ταινίας υποστηρίζει, " Αγαπώ τις ταινίες, όπου μπορείς να δεις πως γίνονται τα πράγματα στο παρασκήνιο. Μου αρέσει η ιδέα να κάνω κάτι τέτοιο με τις τηλεοπτικές ειδήσεις κι αυτή μου φάνηκε μία τέλεια ιστορία. Υπάρχουν τόσες πολλές εκδοχές για το τι συνέβει πραγματικά. Με ενθουσιάζει το να μπορώ να το πραγματοποιήσω με την Κέιτ και μέσα από τα δικά της μάτια να δω τι έγινε μέσα από τα μάτια της Μέρι Μέιπς ".
Το παιχνίδι με το τηλέφωνο στο πρώτο μέρος επιτείνει την αγωνία, στο δεύτερο τρέχει τις εξελίξεις και προάγει την πλοκή. Η Cate Blanchett είναι συγκλονιστική. Το παιχνίδι με τα μάτια της φοβερό. Βρίσκει στο πρόσωπο του Robert Redford (Νταν Ράδερ), το πατρικό είδωλο που στερήθηκε (χαρακτηριστικό το Yes dad) στα παιδικά της χρόνια. O πολύπειρος ηθοποιός αφήνει το δικό του στίγμα. Ποιότητα και μεστή ερμηνεία.
Ο Ρέντφορντ υποδύεται επίσης έναν άλλον πραγματικό δημοσιογράφο, Bob Woodward, στο φιλμ " Όλοι οι άνθρωποι του προέδρου " (1976). Συμμετέχει επίσης στο " Από κοντά προσωπικά " (1996). Εκεί, όπως και στην ταινία μας, οι πρωταγωνιστές χάνουν το κύρος τους στη δημοσιογραφία, επειδή έβγαλαν στον αέρα μία είδηση, που αργότερα θεωρήθηκε λανθασμένη. Κατά το τηλεφώνημα του Νταν στην Μέιπς, φαίνεται ξεκάθαρα στο φόντο, η αυτοβιογραφία του θρυλικού Ουάσιγκτον Ποστ του Μπεν Μπράντζι, που ονομάζεται " καλή ζωή ". Τότε ο Μπεν ανακάλυψε το σκάνδαλο Watergate. Το θέμα έπεσε στο κενό, καθώς η Jaben Cooke είχε κατασκευάσει μία ιστορία με μία τοξικομανή. Μόλις πρυτάνευσε η αλήθεια, το Post επέστρεψε το βραβείο Πούλιτζερ, που είχε κερδίσει. Σημαντικό θεωρώ, επίσης το γεγονός, ότι τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν στην Αυστραλία, μετά από αίτημα της Μπλάνσετ, που ήθελε να είναι κοντά στην οικογένειά της.
Παρ΄ότι το παιχνίδι ήταν στημένο, η Μέιπς βρέθηκε ενώπιον της επιτροπής. Ο μηχανισμός στήριξης του προέδρου Μπους, το σύστημα αν θέλετε, τους έθεσε στο περιθώριο. Στην Ελλάδα αυτό το είδος της αντικειμενικής ερευνητικής δημοσιογραφίας δεν υπάρχει. Δεν συμφέρει προφανώς. Η δεοντολογία κι η αίσθηση του λειτουργήματος στο πέρασμα των χρόνων ξεθώριασαν.
Δύο εικόνες με συγκλόνισαν. Η πρώτη με το τρομερό κοντράστ συναισθημάτων, την ώρα του τηλεφωνήματος της απόλυσης της πρωταγωνίστριας. Το παιδάκι παίζει ατάραχο, ενώ αυτή λυγίζει. Κι η δεύτερη, με τον διευθυντή της CBS να χειροκροτεί τον Νταν Ράδερ, μετά το τελευταίο του δελτίο, ενώ ουσιαστικά ο ίδιος τον έχει εξωθήσει σε παραίτηση. Ειρωνεία. Και φυσικά ο δημοσιογράφος δεν του δίνει το χέρι κι αποχωρεί προς την άλλη πλευρά. Περηφάνια, αξιοπρέπεια.
Όταν δείχνεις το δάσος κι οι άλλοι είναι κολλημένοι στο δέντρο, δυστυχώς αυτό είναι το φινάλε,
Γεννημένος στο εξωτερικό, είχα την τιμή να μεγαλώσω σε μια χώρα που γέννησε την Δημοκρατία, σε ένα τόπο που πέρασε από έξι διαφορετικά πολιτεύματα. Τρία απ΄αυτά, μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε θετικά: Βασιλεία, Αριστοκρατία, Δημοκρατία και τα άλλα τρία αρνητικά : Τυραννία, Ολιγαρχία και Ριζοσπαστική Δημοκρατία. Μία χώρα που βρίσκεται στο σημαντικότερο και καταλληλότερο γεωπολιτικό μέρος του κόσμου. Όλα αυτά τα ιδανικά κατάφεραν μέσα σε πενήντα χρόνια, ελάχιστα αν αναλογιστεί κανείς την συνολική ιστορία της χώρας, να τα εκφυλίσουν και σιγά σιγά να εξαφανιστούν από δύο – τρεις πολιτικές οικογένειες. Πλέον η χώρα τελεί υπό καθεστώς αποικιοκρατίας από τους εταίρους μας, από τους ‘αλληλέγγυους Ευρωπαίους’ και συνειρμικά μου έρχονται στο μυαλό μακρινά παραδείγματα αποικιοκρατίας που κατά μια έννοια ταιριάζουν με τις σημερινές καταστάσεις που όλοι μας βιώνουμε. Έτσι λοιπόν, αν αναλογιστεί κανείς τις πρώτες εξερευνήσεις από τους Πορτογάλους και μετέπειτα κυρίως από τους Ισπανούς κατακτητές, Γάλλους και Βρετανούς, βλέπουμε παρόμοια περιστατικά. Με την έλευση των Ισπανών στην πατρίδα των Ινδιάνων, ξεκίνησε ουσιαστικά ο ολοκληρωτικός αφανισμός τους. Οι κατακτητές οδήγησαν έναν αρκετά μεγάλο πληθυσμό ανθρώπων, γενοκτονία θα την χαρακτήριζα, στον θάνατο. Στέλνοντας παράλληλα αυτούς τους αθώους, άπληστους, άθεους ανθρώπους στα ορυχεία, στα χωράφια για δουλειά σε βασανιστικές και απάνθρωπες συνθήκες για ένα και μόνο σκοπό, το πιο διεφθαρμένο κατά την άποψη μου μέσο συναλλαγής, το χρήμα. Σε διαφορετικές μορφές βέβαια, όχι με την σημερινή του μορφή. Παρόμοια θα χαρακτήριζα και την σημερινή κατάσταση, στην Ελλάδα. Μία χώρα υπό τον έλεγχο κυρίως των Γερμανών και των άλλων Ευρωπαίων πολιτικών ηγετών, Ελλήνων πολιτικάντηδων που παίζουν δευτερεύοντα ρόλο, δεξιών πολιτικών που για το δικό τους συμφέρον προδίδουν την ίδια τους την χώρα, υποθηκεύουν το μέλλον μας παίρνοντας το μέρος των Ευρωπαίων. Η σημερινή πολιτική ηγεσία (κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α-ΑΝ.ΕΛ) έχει δεχθεί όλα τα κακά της μοίρας μας και πάνω σε όλη την αναμενόμενη πίεση των εταίρων, με αρκετά Eurogroup, με αρκετές Συνόδους Κορυφής των πολιτικών ηγετών, οδηγήθηκε καθώς δεν υπήρχε άλλη λύση στην συνθηκολόγηση. Που ισοδυναμεί με την υπογραφή μνημονίου, που συμπεριλαμβάνει την πώληση σε εξευτελιστικές τιμές, των αεροδρομίων, αρκετών μικρών νησιών, και σιγά σιγά στην πώληση του ορυκτού της πλούτου και των άλλων αγαθών που βρίσκονται προς το παρόν υπό ελληνική κυριαρχία. Όλα αυτά εν μέσω του προσφυγικού ζητήματος, όπου και πάλι έρχονται στο μυαλό μου μέρες του παρελθόντος και κυρίως μετά το 1924, όταν το ελληνικό κράτος βρέθηκε ανήμπορο στην έλευση μεγάλου προσφυγικού πληθυσμού, καθώς ήταν αναγκασμένο να κρατήσει ένα μεγάλο ποσοστό του ρεύματος, καθώς οι ‘ αλληλέγγυοι εταίροι’ με ‘ δημοκρατική απόφαση’ έκλεισαν τα σύνορα, χωρίς κανένα εναλλακτικό σχέδιο. Σας θυμίζει κάτι; Τέλος, προσπαθούν να περάσουν νέα μέτρα, νέα μνημόνια, βλέποντας το μελλοντικό πληθυσμό της χώρας να φεύγει και να ανοίγει τους ορίζοντες του για άλλες πολιτείες. Ο κάθε νέος θέλει να ζήσει μια αξιοπρεπή ζωή, ψάχνοντας διαφυγή. Επομένως μένουν πίσω οι ηλικιωμένοι άνθρωποι, με τις συντάξεις να φθάνουν μόνο για τα βασικά αγαθά κι οι πρόσφυγες που βρίσκονται φυλακισμένοι στην Ελλάδα, έχοντας ως στόχο την κεντρική Ευρώπη, η οποία με παράνομο τρόπο έκλεισε τα σύνορα της. Ερχόμενος στο δίλημμα της διάλυσης της Ευρωπαικής ένωσης ή την συνέχεια της ‘ ενωμένης Ευρώπης’ μου έρχονται στο μυαλό τέλος, τα λόγια ενός απλού Ιρλανδού πολίτη, που ζει πάνω από 20 χρόνια στην Αγγλία. Σε συζήτηση που είχα μαζί του για το δημοψήφισμα των Άγγλων στις 23 Ιουνίου, μου αποτυπώθηκαν τα παρακάτω : ‘είτε βγει η Αγγλία από την Ευρωπαική ένωση είτε όχι για μένα είναι το ίδιο, καθώς οι τσέπες στο τέλος κάθε μήνα θα είναι άδειες’.
Από μικρός διάβαζα ιστορία. Είτε για το σχολείο, είτε για τον εαυτό μου. Μ΄άρεσε το είδος. Πάντα είχα καρφωμένη στο μυαλό μου την φράση, " Όποιος ξεχνά το παρελθόν του δεν έχει μέλλον ". Έψαχνα, άκουγα, μάθαινα κι όμως η ζωή είναι κύκλος. Τα λάθη επαναλαμβάνονται, τα συμφέροντα κυριεύουν τους αδύναμους ανθρώπους και κάπου εκεί έρχεται το τέλμα, το πλήρες αδιέξοδο. Οικονομική κρίση, κραχ, ανθρώπινη εξαθλίωση και μαθηματικά οδηγούμαστε σε συγκεντρωτικά καθεστώτα, που τόσο καιρό ενυπάρχουν στην διπλανή μας πόρτα σαν φωτιά έτοιμη να αναζωπυρωθεί κι αργότερα νομοτελειακά επίσης σε έναν μεγάλο Παγκόσμιο πόλεμο, που με τα σημερινά δεδομένα θα φέρει την διάλυση του μάταιου τούτου κόσμου. Μακάβρια θα μου πείτε όλα αυτά, Κυριακή πρωί, είναι κι ο καιρός. Άλλοι θα τα προσπεράσετε. Ποια είναι όμως η ευαισθητοποίηση της Ευρώπης; Της ωραίας μας κοιμωμένης; Σήμερα είναι εκλογές στην Αυστρία, αύριο θα είναι στην Γαλλία και μεθαύριο στην Ελλάδα. Υπάρχει άραγε θέληση, αλλά κυρίως δύναμη να ανατρέψουμε αυτό που πάει να δημιουργηθεί; Ένας, ένας κι όλοι μαζί; Mπορούμε να ζήσουμε στον κόσμο των ανθρώπων κι όχι σε αυτόν τον στυγνών εκβιαστών τραπεζιτών; Η κίνηση θα πρέπει να είναι συλλογική. Δεν φτάνει ένα μπαμ στην Γαλλία, μία κρότου λάμψης στην Ελλάδα και λίγος καπνός κάπου αλλού. Δεν είναι Ευρώπη αυτό, δεν υπάρχει πια Ένωση. Δεν είναι η ιδέα που επικρότησαν κάποτε ο Μίκης Θεοδωράκης ή Μελίνα Μερκούρη. Όταν υπήρχαν αξίες, ιδανικά, ιδεώδη, ηθική κι όνειρα για κάτι αληθινά μεγάλο. Ο πολιτισμός μέρα με την μέρα θάβεται, γίνεται προνόμιο των λίγων, οι οποίοι όταν θα είναι περιττοί θα βγουν από την μέση. Κατά τα άλλα στρατοί πορωμένοι, τυφλοί, γεμάτοι μίσος κατασκευάζονται, χωρίς ουσιαστικοί ιδεολογία, παρά μονάχα με παρωπίδες. Καλλιεργούνται ζωώδη ένστικτα. Η ιστορία επαναλαμβάνεται, όπως φαίνεται τα λάθη μας δεν μας δίδαξαν στο ελάχιστο και θα ζήσουμε τα δεινά των προηγούμενων γενιών, αφού δεν δομήσαμε όπως θα έπρεπε τον κόσμο σε μία μοναδική ευκαιρία που μας δόθηκε. Καλημέρα!
Ο τίτλος " Όλα στο φως " μας προιδεάζει απόλυτα για το τι θα ακολουθήσει. Μία ωδή στην χαμένη τιμή της δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Ο Τομ Μακάρθι στα 50 του χρόνια δημιουργεί ένα κομψοτέχνημα, βασισμένο σε πραγματική ιστορία, που έπρεπε κατά την ταπεινή μου άποψη να διδάσκεται σε κινηματογραφικές σχολές για δομή σεναρίου. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως σάρωσε τα βραβεία, με αποκορύφωμα τα δύο Oscars (Καλύτερης ταινίας και πρωτότυπου σεναρίου). Στόχος του να καταδείξει, ένα (μεγάλο) νοσηρό κομμάτι της παντοδύναμης καθολικής εκκλησίας.
Βρισκόμαστε στην Βοστώνη, αποφασίζεται ένα παράτολμο εγχείρημα. Η εφημερία Βoston Globe αποφασίζει να ρίξει φως σε μία υπόθεση πολύ λεπτή. Όπως καταλαβαίνετε, υπάρχει προσωπικό ρίσκο και κοινωνική ευθύνη. Το κύκλωμα καθολικών ιερέων ξεσκεπάζεται. Η διαπλοκή κι η διαφθορά φτάνουν μέχρι την κορυφή της ηγεσίας. Η ανθρώπινη ηθική είναι όμως, πέρα από το πολιτικό πρόσταγμα. Πρωτοφανείς αξίες, την ώρα που εκκλησία ανά τον κόσμο χειραγωγεί το σύστημα κι οι θρησκείες χρησιμοποιούνται ως μέσο προσηλυτισμού και προώθησης συμφερόντων. Αμφίδρομη σχέση, που δυστυχώς θύματά της έχει αθώες ψυχές, που στιγματίζονται για όλη τους τη ζωή. Εξαιρέσεις ελάχιστες και μάλιστα μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα, κυρίως στην περιφέρεια.
Οι πρωταγωνιστές ταυτίστηκαν με την υπόθεση. Ο Μαρκ Ράφαλο συμμετείχε σε πορείες κατά της σεξουαλικής κακοποίησης. Ο παραγωγός Μίκαελ Σούγκαρ, τόνισε πως " Η ταινία έδωσε φωνή στους επιζώντες που ελπίζουμε να ακουστεί σαν τραγούδι ως το Βατικανό ". Ένας από τους επιζώντες της αληθινής ιστορίας, ο δημοσιογράφος Γουόλτερ Ρόμπινσον υποστηρίζει, πως είναι σαν να παρακολουθεί τον εαυτό του στον καθρέφτη, ωστόσο δεν έχει τον έλεγχο της εικόνας του καθρέφτη, για την ερμηνεία του Μάικλ Κίτον και συνεχίζει, " Η προσωπικότητα μου έχει αντιγραφεί ιδανικά, αν ο Κίτον είχε ληστέψει μία τράπεζα, η αστυνομία θα με είχε συλλάβει με χειροπέδες" λέει χαρακτηριστικά. Πόσο παραστατικός.
Ο Μίκαελ Ρεσέντες είναι ο μοναδικός δημοσιογράφος που συμμετείχε στην επίμαχη υπόθεση κι εξακολουθεί να εργάζεται στην ομάδα του Spotlight. Σύμφωνα δε, με τον Μ.Ράφαλο οι περισσότεροι από τους τότε ρεπόρτερ της αληθινής B.G. που ξεσκέπασε το σκάνδαλο ήταν Ρωμαιοκαθολικοί. Φανταστείτε το σοκ και την ενδεχόμενη απομυθοποίηση της εκκλησίας στα δικά τους μάτια. Κι όλα αυτά κάτω από την μύτη τους, μέχρι τη συλλογή αποδείξεων και το τελικό αποτέλεσμα.
Οι εξελίξεις ήταν αλυσιδωτές και πυροδοτήθηκαν μερικά μόλις λεπτά από την δημοσίευση του θέματος, με πολλά θύματα να καταγγέλουν τον σωματικό, αλλά κυρίως τον ψυχολογικό βιασμό, σε μία άκρως ευαίσθητη ηλικία. Προφανώς πήρε διεθνείς διαστάσεις και δεν περιορίζεται στην καθολική εκκλησία, αλλά υπάρχει και στην ορθόδοξη, την προτεσταντική και σε κάθε θρησκεία. Η σιωπή ισοδυναμεί με επιβίωση του θεσμού.
Η δύναμη του σεναρίου ισορροπεί εξαιρετικά με τις ερμηνείες. Ειλικρινά πιστεύω, πως μπροστά στα μάτια μας διαδραματίζεται η πραγματική έρευνα, η αληθινή ιστορία. Με πάθος, ένταση, εμμονές και δεύτερες σκέψεις, μέχρι την τελική λύτρωση. Ο Μακάρθι σχεδόν εκμηδενίζει την απόσταση πραγματικότητας-σινεμά. Ουτοπικό. Mεγαλειώδες.
Κάπως έτσι η εκκλησία διώχνει τους πιστούς. Τα εγκλήματα παραγράφονται εν μία νυκτί. Κάτι ανάλογο συνέβει και στην πόλη μου την Θεσσαλονίκη. Η υπόθεση μπήκε στο αρχείο. Δεν υπάρχουν σύνορα, όρια και θρησκείες. "Άρρωστοι" υπάρχουν σε όλα τα επαγγέλματα στην κοινωνία μας. Κάπου όμως υπάρχουν κυρώσεις. Ο μηχανισμός της εκκλησίας προσπαθεί να συγκαλύψει τα πάντα με κάθε κόστος. Προβάλλοντας το ήθος και τον λόγο του Θεού. Είναι αληθινή αμαρτία ή όχι αυτό; Πόσο έχει αλλοτριωθεί ο άνθρωπος στο βωμό του κέρδους και των ηδονών;
Σε ένα διεφθαρμένο σύμπαν, δυστυχώς ούτε αυτός ο φορέας αποτελεί εξαίρεση. Ζήτημα είναι τα θύματα να εξιλεωθούν και να καταφέρουν να συνεχίσουν. Μακριά από μάστιγες, όπως η κατάθλιψη, τα ναρκωτικά, ακόμα και την αυτοκτονία. Να μην φοβούνται, να μιλήσουν ανοιχτά. Άλλωστε στατιστικά μιλάμε για το 6% του κλήρου κι όχι για μεμονωμένα παραδείγματα. Στην Αμερική το τόλμησαν, εδώ; Αντέχει η συντηρητική Ευρώπη, ακόμα ένα πλήγμα; Ένα δυνατό χαστούκι;
Τέλος, θα ήταν αμέλειά μου να μην αναφέρω πως ο σκηνοθέτης δίνει βήμα, ώστε να φανεί η " ερευνητική δημοσιογραφία ". Ένα είδος που στην Ελλάδα παραμένει άγνωστο, δεν την στηρίζει κανένα Μέσο, γιατί απλά δεν συμφέρει. Σε μία χαρακτηριστική σκηνή ο νέος διευθυντής τους ρωτά πόσο παίρνει να βρείτε ο επόμενό σας θέμα; Απαντούν τρεις μήνες και πόσο για να το ερευνήσετε και να το κάνετε άρθρο στην εφημερίδα; Περίπου τρία χρόνια, αν όλα πάνε καλά. Δεν χρειάζεται να πω τίποτα περισσότερο.
Η ταινία δεν έχει εποχή, το μήνυμά της διαχρονικό. Πρέπει άπαντες να κατανοήσουν πως καλό το φαίνεσθαι, μα η ουσία κρύβεται στο είναι. Και το ζήτημα είναι πλέον το προλαμβάνειν, παρά το θεραπεύειν.
Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του 38χρονου Λάζλο Νέμες έμελλε να συνταράξει τον Κινηματογραφικό κόσμο. Επηρεασμένος από τον Αντρέι Ταρκόφσκι και σαφώς από τον Μπέλα Ταρ, βοηθός του οποίου δούλεψε για δύο χρόνια, σπουδάζοντας στην Νέα Υόρκη, δημιούργησε κάτι μοναδικό. Κι η επιτυχία έγκειται στην οπτική γωνία απόδοσης ενός πολύ λεπτού ζητήματος. Σε μία εποχή που ο φασισμός αναβιώνει στην Ευρώπη και μας περικυκλώνει, σάρωσε τα βραβεία, τόσο στις Κάννες, όσο και στα Oscar, με την κατάκτηση της καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας.
Άουσβιτς 1944. Όσο απότομα ξεκινώ, τόσο απότομα αρχίζει και το φίλμ, που κάνει τον θεατή μέρος του από το πρώτο δευτερόλεπτο. Ο Σαούλ είναι από τους λίγους επιζώντες της κόλασης του Ολοκαυτώματος. Εργάζεται για χάρη των Γερμανών. Ανήκει στους Sonderkommandos. " Eίμαστε όλοι νεκροί ", λέει στους υπόλοιπους. Κι όχι μόνο πνευματικά, αλλά κι ουσιαστικά, καθώς κι αυτοί δεν γλίτωναν από το μένος του δυνατού, για να μην μαρτυρήσουν την γενοκτονία. Πόσο δύσκολο να είναι η μοίρα σου προδιαγεγραμμένη; Την ώρα, λοιπόν, που ετοιμάζεται μία απόπειρα απόδρασης, ο πρωταγωνιστής βρίσκει την δική του διαφυγή στον εξαγνισμό της ψυχής. Πιστεύει πως ένα νέο παιδί είναι ο γιος του. Δεν προσπαθεί να το σώσει, αλλά να σωθεί. Θέλει να αποδώσει στον θάνατο την αξιοπρέπεια που του αξίζει.
" Πιστεύω ότι υπάρχει μεγάλη δόση ελπίδας, μέσα σε μία τόσο σκοτεινή ιστορία. Μέσα στην πλήρη απώλεια της ηθικότητας, των αξιών και της θρησκείας, ο άνθρωπος ο οποίος ακούει μία φωνούλα μέσα του για να κάνει μία φαινομενικά μάταια κι άχρηστη πράξη, βρίσκει εκεί μέσα την ηθική και την επιβίωση". Επισημαίνει, ο ίδιος ο σκηνοθέτης.
Η ιδιομορφία του έργου είναι, ότι είναι γυρισμένο απόλυτα πάνω στον πρωταγωνιστή. Η κάμερα είναι κολλημένη πάνω του. Δουλεύει στο βλέμμα του, αντικατοπτρίζεται ο ψυχισμός του, εξωτερικεύονται τα δεινά που έχει κρυμμένα βαθιά μέσα του, ως επτασφράγιστα μυστικά. Τόσο άμεσο, που σε πνίγει. Δεν μας δείχνει το "Ολοκαύτωμα". Ανήκει μόνο σ΄ αυτούς που τραγικά το βίωσαν. Ψάχνω ένα γενικό πλάνο. Δεν υπάρχει χώρος και χρόνος, ούτε περιθώριο διαφυγής. Σε μία αργή αφήγηση, η ταχύτητα στα πλάνα είναι ιλλιγιώδης. Σχήμα οξύμωρο, πλην όμως η απόλυτη πραγματικότητα.
Θα ήθελα επίσης να δώσω μερικά στοιχεία, που πιθανώς θα σας κάνουν να κατανοήσετε καλύτερα το περιεχόμενο. Κατά την διάρκεια της προετοιμασίας, ο σκηνοθέτης (Λ.Νέμες), ο κινηματογραφιστής (Μ.Ερντέλι) κι ο σχεδιαστής παραγωγής (Λ.Ράικ) αποφάσισαν να μείνουν πιστοί σε ένα δόγμα. Η ταινία δεν μπορεί να φαίνεται όμορφη, ελκυστική, ούτε να γίνει τρόμου. Μένουμε στον Σαούλ, δεν υπερβαίνουμε τον δικό του τομέα, ακοή, όραση, παρουσία. Η κάμερα είναι σύντροφός του, μένει μαζί του σε όλη την κόλαση. Αξιοσημείωτο είναι επίσης, ότι ο τελευταίος εν ζωή Sonderkommando (Ντάριο Γκάμπαι), που ζει σήμερα στην Καλιφόρνια, εξήρε την ταινία κι έπλεξε το εγκώμιο του σκηνοθέτη. Τέλος, θα ήθελα να τονίσω, πως αυτό το αριστούργημα, απορρίφθηκε στο Βερολίνο, όσον αφορά το διαγωνιστικό κομμάτι. Ο Νέμες επέμεινε όμως και στις Κάννες δικαιώθηκε πανηγυρικά.
Ο Γκέλα Ρένιγκ, πρωταγωνιστής, δεν είναι ηθοποιός, είναι ποιητής. Έδωσε με την ερμηνεία του μία χροιά ευαισθησίας στον ρόλο. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε ακόμα και για ποιητική μεταφορά, υπό την συνοδεία μοναδικών ήχων. Προσεγμένη σχεδόν κάθε λεπτομέρεια. Μία βιωματική ιστορία, που αγγίζει τα όρια ενός πολυδιάστατου θρίλερ. Με όπλα τον φακό και τον κυνικό ρεαλισμό.
"Μετά το Άουσβιτς είναι βαρβαρότητα να κάνεις ποίηση", έχει πει ο Τέοντορ Αντόρνο. Κι όμως ο Νέμες τόλμησε κι όχι απλά σε σειρές, αλλά στην μεγάλη οθόνη και δικαιώθηκε. Η ταινία αποτελεί τον αγώνα ενός ανθρώπου για εξομολόγηση, παραδοχή του εγκλήματος κι άφεση αμαρτιών, ώστε να κοιμηθεί επιτέλους ήσυχος. Υπάρχει άραγε ηθική σωτηρία; Κι όλα αυτά την ώρα που στη Γαλλία είχαμε μία εκατόμβη θυμάτων. Από την κτηνωδία της οθόνης δηλαδή, σ΄αυτήν της πραγματικότητας.
Για να είναι μεγάλη μία ταινία πρέπει να σε ταξιδεύει, να συγκινεί, να σε διαγείρει, να διδάσκει και να σε τοποθετεί σε πρώτο πλάνο. Να είσαι ένας άλλος, όπως έχει γράψει ο Πεσόα. Κι αυτή είναι μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς, αλλά και της δεκαετίας.
Από το 2009 η Ελλάδα έχει περιέλθει στην ανάγκη των άλλων. Υπογράφοντας το πρώτο μνημόνιο, μπήκε ουσιαστικά ταφόπλακα, καθώς με δανεικά κανείς δεν τα κατάφερε να ορθοποδήσει. Αν το δούμε καθαρά ρεαλιστικά, τίποτα δεν άλλαξε από τότε στην δομή του κράτους. Δεν ενισχύθηκε ο πρωτογενής τομέας. Δεν γίναμε αυτάρκεις. Ακόμα είμαστε υποχρεωμένοι να εισάγουμε και να πετάμε αυτά που παράγουμε. Η εξαθλίωση που έχει υποστεί η μεσαία τάξη είναι άνευ προηγουμένου. Έχει όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα όλο αυτό; Μπορεί να μας πει κάποιος με ειλικρίνεια, αν σε εφτά χρόνια μνημονίου το χρέος μειώθηκε στο ελάχιστο ή τελικά αυξήθηκε; Όλες αυτές οι θυσίες αξίζουν ή τα χειρότερα δεν ήρθαν ακόμα; Παρά την αποσιώπηση της κατάστασης, βλέπετε τι γίνεται στην Γαλλία. Ατάραχοι εμείς σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Μηδενική ευαισθητοποίηση και προετοιμασία για το αύριο. Δέσμιοι υποσχέσεων και κυβερνήσεων. Κι όσον αφορά τους νέους, "ζητείται ελπίς". Πραγματικά λυπηρό. Παιδιά ενεργά, με πτυχία, με προσόντα, με ιδέες να παρακαλούν για μία θέση σέρβις και να μεταναστεύουν στο εξωτερικό για το αυτονόητο, να εργαστούν. Αυτή είναι η Ελλάδα κι η Ευρώπη των τραπεζών και των συμφερόντων. Αδίστακτοι, απάνθρωποι, εκμεταλλευτές δίχως ενδοιασμούς. Το αισιόδοξο, το παρηγορητικό αν θέλετε, είναι ότι κάποιοι πιστεύουν ακόμα σε αξίες κι ιδανικά. Δεν είναι πολλοί, η απογοήτευση του διακατέχει, αλλά η καρδιά τους το λέει και με την πρώτη αφορμή θα βρεθούν στην πρώτη γραμμή. Για να δούμε τι μας ξημερώνει!
Ζούμε στην εποχή του Διαδικτύου. Το Facebook φτιάχνει, κρίνει και διαλύει τις ανθρώπινες σχέσεις σαν τραπουλόχαρτα. Αυτό που μετρά είναι η εικόνα, δεν υπάρχει χρόνος για το κείμενο, εμβάθυνση, σκέψεις, ανάπτυξη συναισθημάτων. Η ζωή τρέχει κι όμως πολλοί χάνουν το τρένο της, χωρίς καν να το καταλάβουν, μέσα σε μία ανελέητη καθημερινότητα. Κλίμακα αρεσκείας πλέον τα Likes. Ελάχιστοι περιμένουν έναν καλό λόγο, μία επιβράβευση, μία αγκαλιά, ένα φιλί. Την έλξη των σωμάτων ή των ψυχών. Αυτό που κυριαρχεί είναι το πάτημα ενός κουμπιού. Ποιοι πάτησαν; Αυτοί είναι φίλοι μου και με σκέφτονται. Οι άλλοι αδιαφορούν. Πόσα χτυπήματα είχα; Αντίστοιχα μετράω ή όχι στην κοινωνία. Όχι φίλες και φίλοι, τα πράγματα δεν είναι έτσι. 2000 χρόνια οι άνθρωποι έζησαν χωρίς ίντερνετ. Κι όμως γνωρίστηκαν, ερωτεύθηκαν, αγαπήθηκαν, ανέπτυξαν δεσμούς φιλίας. Συν τοις άλλοις υπήρχε κι ο παράγοντας έκπληξη. Να δεις στον δρόμο κάποιον, να χαρείς αληθινά. Σήμερα τα μέσα έχουν ξεπεράσει τον άνθρωπο κι αυτό είναι βασικό πρόβλημα. Είναι σαν ένα θηρίο που εκθρέφεις και τελικά σε υπερβαίνει. Χρησιμοποιώ κι εγώ τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ενδεχομένως να είμαι μέρος του συνόλου. Δεν με ενδιαφέρουν όμως τα Likes. Ό,τι κάνω, ό,τι ανεβάζω το κάνω για μένα και τους οικείους μου. Είτε ένα, είτε 1000 είναι το ίδιο. Ξέρω ποιος είμαι, πόσο δυνατός ή ευάλωτος. Έχω χτίσει με κόπο κι αγώνες μία ισχυρή προσωπικότητα. Δεν περιμένω το Facebook και το κάθε μέσο να μου δώσει παρηγοριά κι ελπίδα. Όλα αυτά είναι θεμιτά, αρκεί να ξέρεις να τα χρησιμοποιείς σωστά. Να έχεις μάθει τα όριά τους. Καλό σας απόγευμα ...