Ένα παραμύθι, μία πραγματικότητα ονειρική ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μας στη νέα ταινία του Άκι Καουρισμάκι, που αποτελεί το δεύτερο μέρος της τριλογίας του Φιλανδού σκηνοθέτη, μετά το Λιμάνι της Χάβρης. Δύο αντιφατικά πορτραίτα απόκληρων (losers) της κοινωνίας. Ένας Σύριος πρόσφυγας κι ένας Βορειοευρωπαίος, αντιφατικός με τα πρότυπα που τον συνδέουν, εγκλωβισμένος στα απωθημένα του, διδάσκουν ήθος, σε μία αποθέωση της ανθρώπινης δύναμης και των ιδανικών, που τείνουν να εξαλειφθούν στην εποχή μας.
Ο Καλέντ φτάνει στο Ελσίνκι, διαφεύγοντας την τελευταία στιγμή από την επίθεση σκίνχεντ στην Ουγγαρία. Αναζητεί νομότυπα μία νέα αρχή, μία καινούρια ζωή, αλλά η κοινωνία δε μοιάζει έτοιμη να τον (απο)δεχτεί και να τον αφομοιώσει. Οι Αρχές τον απορρίπτουν, αλλά αυτός είναι αποφασισμένος να ζήσει. Την ίδια ώρα, ο Βίλκστρομ, ο έτερος πρωταγωνιστής, εγκαταλείπει τη σύζυγό του, αφήνει τη δουλειά του κι αποφασίζει να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα. Η τύχη είναι σύμμαχος στην προσπάθειά του κι αγοράζει ένα εστιατόριο, που καλείται άμεσα να συμμορφώσει.
Κάτι από ταινία εποχής, από την Αμερική του 50΄, με τη μουσική (rock n roll) να διαδραματίζει ρόλο κλειδί στην εξέλιξη της πλοκής και το λεπτό χιούμορ να μας οδηγεί σε μία ποιητική κωμωδία, με αιχμές για το σήμερα, τα χρεοκοπημένα πολιτικά συστήματα και την αδυσώπητη Ευρώπη, που έχει ξεχάσει τις αξίες του παρελθόντος, που ένωναν του ανθρώπους. Μία παρακμή δίχως όρια, που εκφράζεται ποικιλοτρόπως. Σουρεάλ σκηνικά, δυνατές εικόνες, κλιμακούμενη δράση συνθέτουν το μωσαικό ενός αριστοτεχνικού έργου.
O ίδιος ο σκηνοθέτης τονίζει πως, αυτή την ταινία τη γύρισε ξεμέθυστος, γιατί ήθελε να είναι ακριβής. Τις πιο τρελές του ταινίες άλλωστε, υποστηρίζει πως τις δημιούργησε νηφάλιος. Στόχος του ήταν μία ισορροπία ανάμεσα στην ακρίβεια και πράγματα τολμηρά. Το σινεμά δεν είναι σκέτη διασκέδαση. Στη Φιλανδία οι άνθρωποι αντιμετώπισαν τους πρόσφυγες φιλικά, όχι όμως και το κράτος. Και έκλεισε με τη μυθική απάντηση σε ερώτηση για το αν υπάρχουν άνθρωποι σαν κι αυτόν στη χώρα του, " υπάρχουν άνθρωποι; ", όντας πλέον μόνιμος κάτοικος Πορτογαλίας.
Θίγονται μείζονα ζητήματα και προβλήματα της εποχής. Πρώτα απ΄όλα το προσφυγικό, ο πόλεμος, τα άδικα θύματα στο βωμό των συμφερόντων, ο ρατσισμός, η εκμετάλλευση των δουλεμπόρων, η αξία της φιλίας, η ευγένεια, η εργατικότητα κι όλα αυτά σε ένα φιλμ 90΄. Δύο μοναδικές ερμηνείες από τους Sherwan Ηaji και Sakeri Κuosmanen και συνολικά μία τεράστια επιτυχία φεστιβαλικής ταινίας, δείγμα της οξυδέρκειας του Καουρισμάκι, που αξιοποιεί τα στοιχεία με βέλτιστο τρόπο.
Ύμνος στην αλληλεγγύη και τη βοήθεια, δίχως ίχνος ανταπόδοσης στο βάθος. " Κάνε το καλό και ρίξτο στο γιαλό ", όπως έλεγε κι ο θυμόσοφος ελληνικός λαός. Κι όλα αυτά με απλότητα, δίχως διδακτισμό, σαν να είναι απλά το φυσιολογικό. Αυτό είναι. Μοναδικό ίχνος της παγκοσμιοποίησης, η κουζίνα. Το αστείο σκηνικό του εστιατορίου, που αλλάζει συνεχώς status, προκειμένου να ορθοποδήσει. Έχει ο κόσμος μας σχέση μ΄όλα αυτά που βλέπουμε;
Η ελευθερία σε κυρίαρχο φόντο. Ο κυνισμός κι η ψυχρότητα ενός κόσμου σε σύγκρουση με την ευαισθησία και την καλή καρδιά, που είναι στον άνθρωπο, ανεξαρτήτου, που θα γεννηθεί. Ελπιδοφόρα μηνύματα με διαχρονική χροιά, αισιοδοξία κι ένα ερωτηματικό, καπνίζοντας, στο φινάλε ... Ποιος θα είναι ο επόμενος σταθμός;
Ο Ρόμπεν Καμπίγιο επιστρέφει στην μεγάλη οθόνη, μετά " τα αγόρια από τα Ανατολικά ", με μία ταινία που τάραξε τις Κάννες, πήρε το Βραβείο FIPRESCI, αλλά κι αυτό της Επιτροπής και θίγει αληθινά, επίκαιρα κοινωνικά ζητήματα. Αποτελεί την επίσημη υποψηφιότητα για το OSCAR ξενόγλωσσης της Γαλλίας. Με πολιτική χροιά, προσπαθεί να αφυπνίσει συνειδήσεις και να δώσει ένα μήνυμα της νίκης του καλού, που μέχρι να λάμψει απαιτεί πολλές πολλές θυσίες.
Βρισκόμαστε στο 1989, μία εκρηκτική ακτιβιστική ομάδα, η ACT UP, μέλος της οποίας ήταν κι ο σκηνοθέτης αποφασίζει να ξεκινήσει έναν αγώνα, προκειμένου να ενημερώσει ολόκληρη τη χώρα για το ΑΙDS και τους κινδύνους, που κρύβει. Δε διστάζει να βάψει με αίμα, ακόμα και τον Σηκουάνα για να ταρακουνήσει τους πολίτες. Για τα μέλη της, είναι στόχος ζωής.
Μέσα σε μία περιπλάνηση, περίπου τριών ωρών, γινόμαστε κομμάτι του προβλήματος, ταυτιζόμαστε με τους πρωταγωνιστές και θέλουμε κι εμείς να αγωνιστούμε για έναν κόσμο καλύτερο, με αξίες κι ιδανικά. Με αμεσότητα, με ένταση, με λυρικότητα κερδίζει τον θεατή. " οι στάχτες μου είναι για τη μητέρα μου ". Πόσο δύσκολο να βλέπεις κάποιον να πεθαίνει και να αντιλαμβάνεσαι πόσο σημαντικό αγαθό είναι η υγεία.
Δεν μένω στις έντονες σεξουαλικές στιγμές, μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου. Αυτή είναι μία πολύ ρηχή προσέγγιση. Αντίθετα είδα τον αργό θάνατο, ενός παιδιού της ηλικίας μας. Αντίκρισα ολόκληρη τη διαδρομή. Με άγγιξε, με ράγισε, με σοκάρισε. Από τον αγώνα, τον χορό, την παραίτηση (" είμαι θετικός, αυτό κάνω στη ζωή μου "), τη συνειδητοποίηση και το επίπονο τέλος.
Άνθρωποι κάθε ηλικίας μόνοι. Με στηρίγματα ομοιοπαθείς. Ελάχιστοι έχουν πια δίπλα τους, τις οικογένειάς τους. Ένας ένας αποδημούν, νικημένοι από μίας από τις μεγαλύτερες μάστιγες της εποχής. Αποφεύγονται έντεχνα οι μελοδραματισμοί. Κάθε τέλος, αποτελεί μία νέα αρχή, για τον αγώνα και την αέναη προσπάθεια του group. Μία ηχηρή απάντηση για την ομοφοβική παγκόσμια κοινότητα, την κρατική αδιαφορία και τα συμφέροντα των μεγάλων φαρμακευτικών εταιρειών.
Με εξαιρετική μουσική, που σε σαγηνεύει, όπως οι μελωδίες της σειρήνας και σε κάνει κομμάτι του έργου. 120 χτύποι, όπως οι 124 της House Music, σήμα κατατεθέν της εποχής. Μου έφερε στο μυαλό, άλλο ένα σπουδαίο έργο, με ανάλογο θέμα κι αντίστοιχη μουσική. Τα " σταράκια " (Chucks των Gerhard Ertl & Sabine Hiebler) που είδαμε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης πριν δύο χρόνια.
Μία ποιητική αφήγηση για τις αναμνήσεις και το σήμερα, το τότε και τώρα, που άνθρωποι δίπλα βίωσαν και βιώνουν. Δεν έγινε άδικα πρωτοσέλιδο στη Federation. Είναι μία ταινία για όλους. Δεν έχει όρια. Πρέπει όμως ο θεατής να τη δει δίχως παρωπίδες, μη αποδεχόμενος στερεότυπα και προκαταλήψεις. Ποιος θα είναι ο επόμενος;
Μία ταινία, που στη θέση του AIDS, θα μπορούσε να είναι ο καρκίνος, ή κάποια άλλη σοβαρή ασθένεια. Πρέπει όμως για να σε κερδίσει να ξεφύγεις από το είναι, την εικόνα και να εμβαθύνεις στο φαίνεσθαι, την ουσία. Ίσως εκεί να φανεί και πόσο άνθρωπος είσαι ...
Μία ιδιαίτερη συλλογή κι η απεικόνιση του πορτραίτου ενός ιδιαίτερου ανθρώπου αποτελούν το αντικείμενο του ντοκιμαντέρ του Κωνσταντίνου Καμπούρογλου, που θα προβληθεί στα πλαίσια των 52ων Δημητρίων, σε μία αβάν πρεμιέρ την προσεχή Τρίτη στις 20:00 στο Ολύμπιον. Ένα έργο για τη Θεσσαλονίκη και τους ρομαντικούς, που αρνούνται να παραιτηθούν από τις αξίες και τα ιδανικά τους κι αγωνίζονται με μανία για το " κτήμα " τους. Η ιστορία ξεκινάει πολλά χρόνια πριν, με την πολιτιστική ενηλικίωση της πόλης. Η ευρεσιτεχνία κι η πρωτοτυπία του Στέργιου Δελιαλή, τον έκαναν γνωστό. Το όραμά του, βήμα βήμα έγινε πραγματικότητα και γνώρισε καθολική αποδοχή. Το μουσείο Design της, ήταν πλέον γεγονός. Η διαδικασία απόλυτα ευεργετική. Ο ίδιος, όντας όμως διορατικός, ήθελε μία μόνιμη στέγη, ώστε να μην περάσει σαν ένα όμορφο όνειρο, σαν μία υπέροχη ανάμνηση, για όσο η Νύφη του Θερμαικού ήταν Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης.
Ένας σύγχρονος, Δον Κιχώτης. Ένας επαναστάτης, δίχως ακρότητες και προκλήσεις. Ξαφνικά τα εκθέματα, βρέθηκαν σε αποθήκες και το " μουσείο " στον αέρα, άστεγο πια. Βρέθηκε αντιμέτωπος με τη γραφειοκρατία και τον κρατικό μηχανισμό. " Ό,τι λέγεται στην Έκθεση, γίνεται; Αυτή είναι η Ελλάδα! ". Οι γνωστές παθογένειες της Ελλάδας. «Από χρόνια ήθελα να κάνω μια ταινία με θέμα τον Στέργιο Δελιαλή και το χαμένο του Μουσείο. Δεν ήθελα, όμως, απλά να αφηγηθώ ποιος έκανε τι (και ποιος φταίει). Αυτό που με ενδιέφερε ήταν ο Στέργιος ως στάση ζωής: ένας εμπνευσμένος, συγκεντρωτικός και ανένδοτος απόστολος του design, ο οποίος αδυνατεί να αποκλίνει από τις επιλογές του. Το όραμά μου ήταν να σκιαγραφήσω αυτό το ιδιαίτερο πνεύμα, ώστε να αποτυπώσω τη σημασία του έργου του Δελιαλή», τονίζει ο ίδιος ο σκηνοθέτης.
Ένας άνθρωπος που αφιέρωσε τη ζωή του, ψυχή και σώματι στην ιερή συλλογή, αγάπησε κάθε μέρος της σαν παιδί του. " κάναμε λειτούργημα, σώσαμε την καρέκλα". Και φτάνει σε οριακά σημεία. " Δεν υπάρχει ελπίδα. Ελπίδα να πηδήξω από το μπαλκόνι ". Δίπλα του πάντα, η σύζυγός του και φίλοι του, πιστοί συνοδοιπόροι. Αξίζει να το δει ο καθένας. Για το πάθος αυτού του ανθρώπου, για την καθαρότητα της ματιάς του και τον εξαγνισμό της ψυχής του. Αρνήθηκε να γίνει ένα με το ρεύμα της εποχής. Επίσης, για τις εικόνες μίας διαφορετικής Θεσσαλονίκης. Και βεβαίως για την ικανότητα να επιστρέφει πάντα, αθόρυβα, στον τόπο του εγκλήματος. " Καληνύχτα και καλή τύχη " ... Μετά την προβολή του ντοκιμαντέρ θα ακολουθήσει συζήτηση με τους Γιάννη Μπουτάρη, Στέργιο Δελιαλή, Κωνσταντίνο Καμπούρογλου, Δημήτρη Φράγκο, Τέλλο Φίλη. Τη συζήτηση θα συντονίσει ο Άρης Δημοκίδης.
Ο Andrey Konchalovsky επέστρεψε στη Βενετία και μετά το 2014 και το " Οι λευκές νύχτες του ταχυδρόμου ", στα 80 του χρόνια καταπιάνεται με το ευαίσθητο θέμα του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου. Από τη δική του σκοπιά. Προσπαθεί να μη δώσει δίκιο σε κανέναν, από τους τρεις βασικούς ήρωες. Αφήνει τον θεατή σε ρόλο δικαστή και δίνει τροφή για περαιτέρω σκέψη. Από την επιρροή του Τσέχωφ και τον " Θείο Βάνια " το 1971, στη Σιβηριάδα το 1979, στο Χόλιγουντ το 1985 και το " Τρένο της Μεγάλης Φυγής " και τώρα στον Παράδεισο, με τα 16 κερδισμένα, Βραβεία μέχρι στιγμής. Για ποιον παράδεισο όμως μιλάμε; Η ταινία ξεκινάει με τον τίτλο να πέφτει πάνω από ένα φόντο μίας επίγειας κόλασης, μίας φυλακής. Άκρως αντιφατικό. Η Όλγα, μία Ρωσίδα μετανάστρια και μέλος της Γαλλικής Αντίστασης, έχει συλληφθεί, ο Ζιλ, Γάλλος αστυνομικός, συνεργάτης των Ναζί σε πρώτη φάση και ο Χέλμουτ, υψηλόβαθμος αξιωματικός των SS, σε δεύτερη, συνθέτουν το παζλ των πρωταγωνιστών. Τρεις άνθρωποι, διαφορετικές γλώσσες και κουλτούρα, απλά πιόνια, υπηρετώντας συμφέροντα ισχυρών. Θυσία στον βωμό ιδεολογιών.
Σε έναν πόλεμο, δεν υπάρχουν νικητές κι ηττημένοι, παρά μόνο το Κακό, που κυριαρχεί. Στην περίπτωση μας, εύστοχα, αποφεύγονται οι φρικαλεότητες, που έχουν κορεστεί κι έχουμε μία ιστορική αναδρομή, μία ψυχολογική σφυγμομέτρηση, τον φόβο, το βασικό όπλο των δυνατών, να κυριαρχεί κι από την άλλη τον έρωτα, το πάθος, που είναι ικανά να ενώσουν τους ανθρώπους. Βρίθει οξύμωρων σχημάτων κι εικόνων, που προκαλούν απορία, για τα όρια μας, ως είδος. Η κάμερα καρφωμένη στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών, κάνει το φιλμ ζωντανό, παραστατικό, σαν μία κατάθεση. Του δίνει ντοκιμαντεριστικό χαρακτήρα. Τους κυνηγούν οι τύψεις, οι ερινύες, οι σκιές για όσα έκαναν, όσα εφιαλτικά βίωσαν κι όσα δεν κατάφεραν. Κριτής, ο θεατής. Τα έχουν χάσει πλέον όλα. Ο χρόνος δε γυρίζει πίσω. Μία θέση στο Πάνθεον, η υστεροφημία, ίσως να είναι η μοναδική " ανταμοιβή, για όσους το αξίζουν. Ένα φιλμ, που αν σκεφτεί κανείς λίγο βαθύτερα είναι άκρως επίκαιρο. Με τον φασισμό να ανθίζει και πάλι στην πολύπαθη Ευρώπη. Πάντα σε ασπρόμαυρο φόντο, όπως του αρμόζει, καθώς η Νύχτα, μας έχει πλακώσει και δεν λέμε να κατανοήσουμε, πως μόνο η Αλληλεγγύη κι ο Πολιτισμός, είναι ικανές (αξίες) να δώσουν λύση από το αδιέξοδο και τον σύγχρονο Μεσαίωνα.
Σπουδαία η ερμηνεία του Κρίστιαν Κλάους, στον ρόλο του Χέλμουτ. Eγκλωβισμένος στο προσωπικό του γολγοθά. Μορφωμένος, άνθρωπος, που χάθηκε στην πορεία, παρασύρθηκε, αλλά το πνεύμα του δεν τον αφήνει να ησυχάσει. " Δεν υπάρχει Παράδεισος, χωρίς Κόλαση ". Ο μονόλογός του αποτελεί ένας είδος κάθαρσης των αμαρτιών του. Κοντά του, η Yuliya Vysotskaya (Όλγα), σύζυγος του Κοντσαλόφσκι, σε έναν πολυδιάστατο ρόλο. Δεν θα αντέξει όμως ο νους της, τα απανωτά σοκ και την ποικιλόμορφη βία. Θα διαλυθεί. Δεν της μένει πια ελπίδα. " Πόσο γρήγορα το ζώο, γίνεται άνθρωπος, γυναίκα ", αλλά ... Η γενιά μας μπορεί να βιώνει δύσκολες συνθήκες στην καθημερινότητά της. Ειδικά στην Ελλάδα. Δεν έζησε όμως πόλεμο, με αυτήν την μορφή. Το κοντράστ τη μεγάλη ώρα της " απόδρασης ", σπάει καρδιές. Τι θα έλεγε άραγε ο Τσέχωφ, αν ήξερε τι συμβαίνει στον κόσμο, όπως εύστοχα διερωτάται ο σκηνοθέτης. Ένα αντιπολεμικό άσμα, με ποιητικότητα και λυρισμό, που πρέπει να δει ο καθένας, διότι όποιος δε γνωρίζει την ιστορία του, απλά δεν έχει μέλλον ...
Περίπου ένα χρόνο πριν, στο 57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε το " Ακόμα κρύβομαι για να καπνίσω ", που συνδέεται άμεσα με την πόλη μας, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των γυρισμάτων έγινε εδώ, στο Μπέη Χαμάμ. Mία Ελληνό-Γαλλό-Αλγερινή παραγωγή (M.Gravas). Η Rayhana Obemeyer είχε σκηνοθετήσει αρχικά το έργο για το Θέατρο, το βλέπουμε τώρα και στον Κινηματογράφο και το κοινό, το επικρότησε με το Βραβείο του. Σε μία εποχή που ολοένα και περισσότερος λόγος γίνεται για το Ισλάμ και τα εγκλήματα των Τζιχαντιστών στον βωμό του " Ιερού Πολέμου ", στην επιφάνεια έρχεται η υποβαθμισμένη θέση της γυναίκας σε μία ανδροκρατούμενη-Θεοκρατούμενη κοινωνία και μεταφερόμαστε νοερά στο 1995. Στο Χαμάμ όμως, κανείς δεν μπορεί να τις αγγίξει. Είναι ένας χώρος μόνο γι΄αυτές. Εκεί μπορούν να εξωτερικεύσουν τα εσώψυχά τους και να μοιραστούν τις αμαρτίες τους, μακριά από το επικριτικό βλέμμα του ισχυρού φύλου.
Το φιλμ ακροβατεί συνεχώς, ανάμεσα σε έννοιες όπως η ελευθερία κι η καταπίεση, το γέλιο κι ο πόνος, η υποταγή κι η επανάσταση, ενώ υπάρχει και το οξύμωρο του κλειστού χώρου, που συνεπάγεται λύτρωση κι απελευθέρωση. Μόλις εξέλθουν, γνωρίζουν καλά, πως θα επιστρέψουν στην σκληρή καθημερινότητα. Μία ζωή, γεμάτη πρέπει, που τα θέλω πρέπει να μείνουν φυλακισμένα και να δημιουργηθούν απωθημένα. Η χειραφέτηση της μοίρας, από κάποιους που αποφασίζουν κατά το δοκούν κι αυτές ως άμοιρα όντα πρέπει να υπακούσουν. Όλα αυτά εν έτει 2017. " Η ιστορία υπήρχε ήδη στο κεφάλι μου κι ήθελα να βγει, ήθελα να μοιραστώ όλα όσα έζησα στην Αλγερία. Ήλπιζα ότι θα μπορούσα να κάνω κάτι με αυτό το έργο, αλλά δεν είχα αυταπάτες. Την ίδια στιγμή που η Μισέλ έψαχνε το χαμάμ, έψαξα κι εγώ στο ίντερνετ με λέξη κλειδί «το πιο όμορφο χαμάμ του κόσμου» και αυτό που βρήκα πρώτο, ήταν αυτό της Θεσσαλονίκης (Λουτρά Παράδεισος). Ήταν γραφτό να γίνει. Η ταινία φυσικά δεν έχει παιχτεί στην Αλγερία, αν και στην Τυνησία, όπου παίχτηκε είχε μεγάλη επιτυχία. Να είστε σίγουροι, δεν θέλει να προσβάλει κανέναν, δεν θέλει να είναι εμπρηστική, είναι μια ταινία που θέλει να είναι αληθινή, ειλικρινής ", τονίζει η ίδια η σκηνοθέτης και σεναριογράφος.
Στα δικά μου μάτια, η ταινία ξεφεύγει από τα στενά όρια του Ισλάμ. Γιατί κι εμείς οι Χριστιανοί, " ακόμα κρυβόμαστε για να καπνίσουμε ". Κι αν θέλετε κι οι άντρες κι οι γυναίκες. Από σεβασμό στους γονείς, από φόβο για τις αντιδράσεις τους και τον περίγυρο. Αυτό συμβαίνει. Το ζούμε. Και φυσικά όχι μόνο για να καπνίσουμε. Είναι κατάσταση που έχει διαμορφωθεί. Η ερμηνεία της Χιάμ Αμπάς ("Μόναχο"), στον ρόλο της Φατίμα, δίνει ξεχωριστή αξία στην ταινία. Κοντά της άλλες γυναίκες, που η καθεμιά προσδίδει κάτι ξεχωριστό, ώστε να συμπληρωθεί το παζλ. Σε διαφορετικές ηλικίες, από διαφορετικό κοινωνικό επίπεδο, με άλλες απόψεις κι ιδιότητες συνυπάρχουν κι επικοινωνούν. Ρεσιτάλ ερμηνειών. H φωτογραφία της Ολυμπίας Μυτιληναίου, ενεργοποιεί την όραση κι οι αισθήσεις αλληλεπιδρούν, θέτοντας το σώμα σε εγρήγορση. Και το φινάλε αφήνει ερωτηματικά. Mία τραγωδία, μία θυσία είναι ικανή να φέρει ένα καλύτερο αύριο; Έχει τη δύναμη η ταινία να σε κάνει πραγματικά κομμάτι της; Τότε ναι είναι σπουδαία. Η θεατρικότητα ξεχειλίζει. Το ίδιο κι η δύναμη του ανθρώπου να κερδίσει, όσα αξίζει. Άρωμα Ανατολής και Μεσογείου, πολιτικοκοινωνικό σινεμά, που έχει ανάγκη η εποχή ...
Ο 44χρονος Ροντρίγκο Γκράντε επιστρέφει στην μεγάλη οθόνη με μία Αργεντινό-Ισπανική παραγωγή. Αυτή τη φορά όχι με κωμωδία («Rosarigasinos» 2001-15 διεθνή Βραβεία), αλλά με ένα ψυχολογικό θρίλερ, ικανό να ταράξει το θεατή. Ο τίτλος άλλωστε, από μόνος του γεννά εξ΄αρχής την απορία: τι κρύβεται στην άκρη του τούνελ; Μέσα σε ένα απόλυτα κλειστοφοβικό φόντο, οι ανατροπές συνεχείς, διαδέχονται η μία την άλλη, μέχρι το φινάλε, που απογειώνει το φιλμ κι οδηγεί στη λύτρωση.
Ένας μοναχικός πλέον άντρας, ζει (απο)κλεισμένος μέσα στο τεράστιο σπίτι του, καθηλωμένος στο αναπηρικό του αμαξίδιο. Το παιχνίδι της μοίρας τον έφερε αντιμέτωπο με το πιο σκληρό της πρόσωπο. Έχασε την οικογένειά του σε τροχαίο και παλεύει να ορθοποδήσει. Ξαφνικά στη ζωή του μπαίνουν μία άλλη γυναίκα, η Μπέρτα κι η ανήλικη κόρη της, η Μπέτυ. Νοικιάζουν τη σοφίτα. Αναγκασμένοι να συζήσουν και να συνυπάρξουν στο ίδιο σπίτι, αναπτύσσεται μία πολυεπίπεδη σχέση σε διπλό ταμπλό. Από τη μία ο Χοακίν κι η Μπέρτα έρχονται πιο κοντά, από την άλλη η χιλιοταλαιπωρημένη, φοβισμένη, Μπέτυ βρίσκει το αγνό, στο πρόσωπο του γέρικου σκύλου, Κασιμίρο. Άλλωστε ο θυμόσοφος ελληνικός λαός το έλεγε από παλιά, " o σκύλος είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου ".
Το κυρίαρχο όμως σκηνικό έχει στηθεί στο υπόγειο. Εκεί εκτυλίσσεται η πλοκή. Η κάμερα, που τοποθετεί ο πρωταγωνιστής στον τοίχο, εγκλωβίζει κι εμάς τους θεατές. Δεν βλέπουμε πουθενά το Μπουένος Άιρες. Βρισκόμαστε μέσα στη δράση, η αδρεναλίνη ανεβαίνει. Θα τα καταφέρει, κόντρα σε όλα τα απρόοπτα; Η δυσκολία διαχείρισης της κατάστασης είναι δεδομένη. Πρέπει να πράξει κάτω από άκρα μυστικότητα, ειδικά από τη στιγμή, που καταλαβαίνει πως τελεί υπό κατασκοπία.
Μεγάλος πρωταγωνιστής ο Λεονάρντο Σπαράλια, που γνωρίσαμε στις Ιστορίες για Αγρίους, το 2014. Συμβολίζει τη δύναμη του ανθρώπου και την αέναη προσπάθεια, σε έναν κόσμο, που δεν υπάρχει πλέον ηθική. Χρειάζεται και τύχη για να ξεπεράσει τον κυκεώνα των προβλημάτων. Εξελίσσεται σε ντέντεκτιβ κι η δικαίωση αποτελεί στόχο ζωής για τον ίδιο. Κοντά του η πληθωρική, Κλάρα Λάγκο, που κερδίζει τα βλέμματα κι ας μην κατάφερε ποτέ να ολοκληρώσει τον χορό της.
Το σασπένς ανεβαίνει, η αγωνία κορυφώνεται. Αφενός, ο ένας χρειάζεται τον άλλον και νιώθει έλξη, αφετέρου το όνειρο της μεγάλης ζωής τους κρατά μακριά. Μέχρι που ... Κι εκεί αλλάζουν όλα. Ο Χοακίν αποφασισμένος να τορπιλίσει το σχέδιο των ληστών και να σώσει το σπίτι του, ρισκάρει τη ζωή του. Είναι αποφασισμένος, να φτάσει μέχρι τέλους. Δε θέτει σε καμία στιγμή σε κίνδυνο τις δύο γυναίκες. Κι όταν μοιάζει να έχει χάσει τη μάχη, η ευστροφία κι η εξυπνάδα του, τον κάνουν να πάρει και πάλι το πάνω χέρι.
Το τέλος μου φέρνει στο μυαλό το Dheepan, τον άνθρωπο χωρίς πατρίδα, του Ζακ Οντιάρ. Μία νέα οικογένεια, δεμένη σαν μία γροθιά, μετά τα όσα έζησαν μαζί, ευτυχισμένη πια, ελεύθερη να ζήσει. Το καλό θα επικρατήσει και μαζί η ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο, με λιγότερη διαφθορά και περισσότερη αλληλεγγύη. Μακάρι να ήταν κι η αδυσώπητη πραγματικότητα, όπως στις ταινίες. Δυστυχώς απέχει ακόμα πολύ ...
Από την Αυστραλία με αγάπη για όλο τον κόσμο. Το δίδυμο Mπέντλει Nτιν και Μάρτιν Μπάτλεκ, γνωστοί για τη διαδρομή τους στο ντοκιμαντέρ, αποφάσισαν να κάνουν την πρώτη του ταινία μυθοπλασίας κάπου στον Ειρηνικό, στο κράτος Βανουάτου. Και πέτυχαν να συγκινήσουν, όσους ακόμα στην εποχή μας μπορούν να αφεθούν και να αισθανθούν. Μάλιστα δεν είναι τυχαία τα εφτά μεγάλα Βραβεία, σε Φεστιβάλ όπως της Βενετίας και του Λονδίνου, καθώς κι η υποψηφιότητα για Oscar καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας το 2017.
Εκεί που η γύμνια συμβολίζει την αγνότητα και τα παιδιά τρέχουν παίζοντας αμέριμνα, δύο νέοι αποφασίζουν να αλλάξουν την ιστορία του νόμου Κάστομ και να εισάγουν τη μαγική λέξη του Έρωτα, στο γλωσσάρι των αυτοχθόνων φυλών, που μέχρι τότε έκαναν γάμους με προξενιό, που εξυπηρετούσαν συμφέροντα. Ο Ντάιν κι η Γουάγουα είναι όμως αποφασισμένοι να ζήσουν μαζί ή απλά να μη ζήσουν άλλο. " δε σε αφήνω ", ακούγεται επαναλαμβανόμενα από τη νεαρή. Κι η θυσία τους είναι η νίκη απέναντι στο φόβο, το κακό και το τετριμμένο των παραδόσεων, που συχνά πυκνά ακόμα και στον Δυτικό κόσμο εγκλωβίζει τους ανθρώπους.
Πρόκειται για μία πολυδιάστατη ταινία, που σου φέρνει στο μυαλό συνειρμικά το Σαιξπηρικό δράμα του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, με κοινή μάλιστα κατάληξη. Γιατί τι νόημα έχει η ζωή, αν δεν αγαπήσεις και δεν αγαπηθείς; Αυτός είναι ο Θεός, η αγάπη. Σε συνδυασμό με την υπέροχη απεικόνιση της παρθένας φύσης, το φιλμ απογειώνεται. Να μιλήσουμε για τα ατελείωτα καταπράσινα δάση, το μπλε της θάλασσας, το γαλάζιο των κρυμμένων καταρρακτών ή το Ηφαίστειο Γιαχούλ. Μία εικόνα ίσον χίλιες λέξεις.
Εξαιρετική φωτογραφία, απαλή μουσική, που δίνει τέμπο κι όταν χρειάζεται κλιμακώνει την ένταση. Με αποκορύφωμα όλων, το φιλί των δύο εραστών και τη λάβα, που σηκώνεται στο φόντο, ενισχύοντας την Επανάστασή τους. Ξεπερνούν το ηθικό δίλημμα και φτάνουν μέχρι το τέλος. Εκεί, που δεν υπάρχει επιστροφή, αγκαλιασμένοι, χέρι χέρι. Κι αυτή η γενναία θυσία, θα φέρει την πολυπόθητη Ειρήνη.
Πρόσωπο κλειδί, η παιχνιδιάρα, πανέξυπνη, Σελίν. Η μικρή αδελφή της Γουάγουα. Με αυτήν αρχίζει και μ΄αυτήν τελειώνει η ταινία (σχήμα κύκλου). Κέρδισε την ευκαιρία για ένα καλύτερο αύριο, ενώ κατά διάρκεια είναι συνδεδεμένη με όλα τα σπουδαία γεγονότα (είδε τους δύο νέους να παίζουν, προοικονομία με μανιτάρια, ήταν με τον παππού, όταν τραυματίστηκε, έτρεξε στο Ηφαίστειο στο φινάλε, αψηφώντας την απειλή) και προάγει έμμεσα την πλοκή, με μαεστρικό τρόπο.
Υπάρχουν ακόμα αυτοί οι άνθρωποι. Οι φύλακες της φύσης. Ίσως να είναι οι τελευταίοι, αλλά αξίζουν το σεβασμό μας, καθώς απορρίπτουν πάσης φύσης υλικά αγαθά ( " αντισταθήκαμε στους κατακτητές, είπαμε όχι στον Χριστιανισμό, είπαμε όχι στα χρήματα ") για να υπηρετήσουν με συνέπεια το χρέος που τους κληροδότησαν, από γενιά σε γενιά, με σεβασμό σε αξίες κι ιδανικά. Όπως και στη Λατινική Αμερική και το Περού (Όταν συγκρούονται δύο κόσμοι), αυτοί οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι, ειλικρινείς κι η ψυχή, αλλά κι η ματιά τους καθαρή.
Τρομερή εντύπωση μου προκάλεσε, πως όλο το έργο είναι γυρισμένο στη γλώσσα των ιθαγενών, αλλά είναι τόσο παραστατικοί, τόσο γλαφυροί, που με τις κινήσεις και τους ήχους τους, καταλαβαίνεις σχεδόν κάθε τι, πριν τους υπότιτλους. Σαν να έχουν γεννηθεί για να γίνουν ηθοποιοί. Απλοί και ζωντανοί, απαλλαγμένοι από άγχη και επαγγελματικά τουπέ.
Ικανή να αγγίξει τους ανθρώπους κάθε ηλικίας. Από παιδιά δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, μέχρι τους πρεσβύτερους όλων. Ταξιδέψαμε και μεις, για περίπου δύο ώρες πετάξαμε και μπήκαμε σε θέση πρωταγωνιστή, αναβιώνοντας μία αληθινή ιστορία στη Μεγάλη Οθόνη. Μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιές, που εγκαινιάζει με τον καλύτερο τρόπο, το ξεκίνημα της Κινηματογραφικής περιόδου ...
Κάποτε, στο απέραντο της ανθρώπινης ύπαρξης, εκεί όπου σκέψεις και συναισθήματα συνυπάρχουν και αναπαύονται, κάνανε σύναξη ο Νους, το Πνεύμα και η Ψυχή. Το συνήθιζαν να βρίσκονται στο αγαπημένο τους σημείο. Εξάλλου ήταν ένας δικός τους μοναδικός τρόπος έκφρασης. Ο καθένας τους είχε ένα μέρος της Αληθείας αλλά η Ψυχή έφερε το μεγαλύτερο.
Και λογικό να το φέρει η Ψυχή, αφού κόρη της ήταν η Αλήθεια. Όταν ο Θεός δημιούργησε την Ψυχή, για να την προστατέψει και να μην την βλέπει θλιμμένη επειδή ήταν μόνη της, την ευλόγησε με μία κόρη: την Αλήθεια. Η τελευταία έδειχνε αδιάκοπα τον ορθό δρόμο στην μητέρα της, όσο σκληρός και απόκρημνος και αν ήταν, διότι η Ψυχή είχε το πιο δύσκολο έργο. Αυτό της επιλογής.
Εκείνο το απόγευμα ήταν διαφορετικό από τα υπόλοιπα. Διότι η Ψυχή ήταν θλιμμένη από την γνώση που της προσέφερε η Αλήθεια. Ότι ανάμεσα στον Έρωτα και στην Αθανασία υπήρχε ένα κομβικό σημείο: η απώλεια. Η Αλήθεια είχε πει στην μητέρα της:
«Μητέρα, όπως τα φύλλα του φθινοπώρου πέφτουν για να ξαναγεννηθούν, έτσι συμβαίνει και με την ανθρώπινη ύπαρξη, και δη τον Έρωτα. Η Απώλεια προσφέρει το δώρο της απλόχερα, όχι κακόβουλα αλλά έχοντας ένα μεγαλειώδες σχέδιο, να καταστήσει τον Έρωτα αθάνατο. Μόνο που δεν μπορεί να κάνει την ακόλουθη επιλογή: να καταστήσει τον Έρωτα αθάνατο για πάντα ή να τον αφήσει να κοιμάται αιώνια στην λήθη; Αθάνατος θα είναι γιατί δεν πεθαίνει. Απλός είτε ανθοφορεί είτε κοιμάται. Και την επιλογή αυτή καλείσαι να την κάνεις Εσύ. Ο Θεός δεν θέλησε ποτέ να σου στερήσει το θείο του αυτό δώρο».
Η Ψυχή, βαθειά συλλογισμένη, ρώτησε τον Νου και το Πνεύμα τι να διαλέξει. Ο Νους απάντησε:
- « Εγώ σε συμβουλεύω να επιλέξεις την απώλεια του παρελθόντος. Δεν αξίζει να τον κουράζεις άλλον τον Έρωτα. Άσε τον να κοιμηθεί».
Το δε Πνεύμα είπε:
- «Ψυχή μου, άσε τον Έρωτα να καρπίσει. Ποτέ δεν ξέρεις η απέναντι Ψυχή τι θα θυσιάσει. Και ίσως η απώλεια που θα επιλέξει να είναι ευλογημένη και να οδηγήσει τον Έρωτα στην αιώνια Αθανασία, την μοναδική του ερωμένη».
Η Ψυχή σιώπησε. Ατένισε το αιώνιο, έκλεισε τα μάτια της και προσευχήθηκε.
Η Τρομοκρατία σε καιρό πολέμου, δεν μπορεί παρά να ανθίζει. Ο φόβος πρέπει να κυριεύσει. Αυτός είναι ο στόχος. Ποιοι τροφοδοτούν άραγε φίλες και φίλοι με όπλα τους βομβιστές αυτοκτονίας; Το Παρίσι, το Λονδίνο, η Βαρκελώνη, πόλεις της Γερμανίας, η Φιλανδία, κάθε μέρα και μία επίθεση, μικρή η μεγάλη, με θύματα αθώους. Όπως σε κάθε πόλεμο, θα πω εγώ, αυτοί την πληρώνουν. Αμέριμνοι, ήσυχοι άνθρωποι, φεύγουν, επειδή το επέλεξαν κάποιοι άλλοι. Στην Ελλάδα δεν έχει έρθει ακόμα η μάστιγα της Ευρώπης. Τι να το κάνεις όμως; Kαθημερινά νεκροί με γεωμετρική πρόοδο. Νέα παιδιά, μεσήλικες με οικογένειες. Πού; Μα φυσικά στους δρόμους. Τι να τους κάνεις τους καμικάζι, όταν οι οδηγοί συμπεριφέρονται σαν κι αυτούς, άθελά τους. Το αυτοκίνητο ή μηχανή είναι μέσο για να πάμε στη δουλειά μας, στον προορισμό μας. Αυτός είναι ο ρόλος τους. Όταν ξεπερνάμε τους νόμους της φυσικής, αργά ή γρήγορα θα τιμωρηθούμε. Το κράτος σιωπή. Μία τόσο εκνευριστική, που τείνει προς την αδιαφορία, ενώ κάθε μέρα κλείνουν σπίτια ολόκληρα. Δεν είναι ένα και δύο περιστατικά, αλλά εκατοντάδες. Η Ελλάδα έχει αυτή τη δραματική πρωτιά, με αύξηση που αγγίζει το 60% από το 2010 και μετά. Το ακούει κανείς; Το διαβάζει; Το αισθάνεται ή περιμένει να χτυπήσει την πόρτα του, ο θάνατος; Όπως κάπου επισήμανε ο Ιαβέρης, πολύ σωστά, " είμαστε τρομοκράτες από ανοησία " και νομίζω αυτό είναι χειρότερο από τους φανατισμούς, που προκαλούν ομάδες, θρησκείες και κόμματα. Καταλάβετε το επιτέλους, το αυτοκίνητο εφόσον περάσει συγκεκριμένα όρια, είναι φονικό όπλο. Κι όχι, δεν πρέπει να πάθεις για να μάθεις. Γιατί τις περισσότερες φορές είναι αργά ...
Ζούμε στην εποχή, που τα Μέσα είναι ικανά να διαμορφώσουν άποψη και να χειραγωγήσουν τις μάζες, την κοινή γνώμη, σχεδόν σε απόλυτο βαθμό. Φυσικά εμείς δώσαμε τον χώρο να συμβεί αυτό κι η κατάσταση, τη δεδομένη στιγμή, μοιάζει μη αντιστρεπτή κι αναστρέψιμη. Αν όμως, εμείς δε σηκώσουμε το λάβαρο της Επανάστασης και το αποδεχτούμε, τότε θα έχουμε χάσει, πρώτα απ΄όλα τη μάχη με τον εαυτό μας.
Έχω απορρίψει εδώ και πολλά χρόνια την τηλεόραση. Δεν με καλύπτει, δεν με εκφράζει. Δεν μπορώ να αποδεχτώ, αυτό που μου δείχνει, ως καθημερινότητα και πανάκεια. Μπορεί η κατάσταση να είναι δύσκολη, οριακή, αλλά προβάλλοντας συνεχώς την πιο σκληρή εκδοχή της, στη χειρότερη μορφή της, μόνο κακό μπορείς να κάνεις. Αντί να αφυπνίσεις συνηθίζεις, δίνεις πάτημα στον φόβο να κυριαρχήσει.
Και πηγαίνω στο Διαδίκτυο: Ανελέητο κυνήγι των κλικς. Καμία δημοσιογραφική δεοντολογία, μηδενική ηθική. Δεν μας νοιάζει ο κόσμος στο ελάχιστο. Όπως λέει και μία ψυχή, πουλάει το αίμα, το σπέρμα, οι φόνοι, τα τροχαία, οι φωτιές κι εν γένει ο πόνος κι οι καταστροφές. Βλέπεις πως υπάρχουν και χειρότερα κι επαναπαύεσαι. Μαθαίνεις να ζεις με τα λίγα. Όχι με αυτά, που αξίζεις, αλλά με αυτά που σου επιβάλλουν. Αρνούμαι επίσης, να το δεχτώ, να το υιοθετήσω.
Προτιμώ ακόμα την εφημερίδα και το ραδιόφωνο. Παραμένω ρομαντικός. Έχει την αξία του το χαρτί, η άποψη, ακόμα κι αν γνωρίζω, πως μετά από λίγες ώρες θα την βρω, κάπου αναρτημένη στο Internet. Το ίδιο και με τον ήχο. Είναι πάθος, σε ταξιδεύει. Είτε είναι μία εκπομπή, είτε ένα τραγούδι. Σου δίνει περιθώρια, να το συμπληρώσεις, να το διανθίσεις. Ελάχιστοι κάνουν κάτι ανάλογο.
Αυτή είναι μία σκληρή πραγματικότητα. Κάνει τον άνθρωπο αδρανή, να τα παρατήσει. Ειδικά αν αυτός δεν έχει άμυνες. Και πιστέψτε με, πρέπει να είναι πολύ δυνατός για να αντέξει. Φυσικά όχι μυϊκά, αλλά ψυχολογικά-πνευματικά. Πολύπλευρα μορφωμένος, ενημερωμένος, μέσα στις εξελίξεις. Να χρησιμοποιεί όλα τα Μέσα, προς όφελός του, συνετά. Να μην παρασύρεται ...
Γιατί, λοιπόν, κανείς δεν προβάλλει τα όποια καλά, σε μια περίοδο κρίσης; Διότι όλα πρέπει να εξυπηρετούν μικρά ή μεγάλα συμφέροντα. Δυστυχώς, ζούμε και μεγαλώνουμε σε μία τέτοια χώρα, σε έναν τέτοιον κόσμο. Ας μην εθελοτυφλούμε. Ή τον αποδεχόμαστε, ή ψάχνουμε δύναμη να τον αλλάξουμε.
Με μεγάλη επιτυχία, για ακόμα μία χρονιά, διοργανώθηκε το River Party στο Νεστόριο της Καστοριάς. Η Δυτική Μακεδονία φόρεσε τα γιορτινά της κι υποδέχθηκε πλήθος κόσμου, καλλιτέχνες, ανθρώπους του πολιτισμού κι άπαντες βίωσαν μία μοναδική εμπειρία με τον δικό τους ξεχωριστό τρόπο. Η καρδιά της μουσικής χτύπησε δυνατά και πλήθος πιστών, βρήκαν την ευκαιρία να αποδράσουν από το καμίνι των μεγάλων αστικών κέντρων.
Από τις δύο έως και τις έξι Αυγούστου, ζήσαμε την 39η διοργάνωση, που λάτρεψαν οι κατασκηνωτές. Έμπειροι dj, ανερχόμενα σχήματα και φτασμένοι καλλιτέχνες, όπως η Νατάσα Μποφίλιου, ο Μπάμπης Στόκας, ο Τζίμης Πανούσης, ο Μιλτιάδης Πασχαλίδης, οι Μέλισσες κι ο Γιάννης Ζουγανέλης έδωσαν χρώμα κι απογείωσαν το κλίμα, που από μόνο του ήταν πολύ ευχάριστο. Πάνω από 50.000 άνθρωποι τίμησαν με την παρουσία τους, το σπουδαίο αυτό γεγονός για τη Βόρεια Ελλάδα.
Μία διαφορετική διαδρομή για ένα τριήμερο, αφήνοντας τη Χαλκιδική και τον ντόρο του πρώτου ποδιού και την ομορφιά της φύσης του δευτέρου. Μία ανάσα δροσιάς, δίπλα στην φύση, απ΄άκρη σε άκρη του ποταμού, μακριά από τα άγχη, την πίεση και τον καύσωνα της αδυσώπητης καθημερινότητας της εποχής μας.
Μία επιτυχία του συνόλου, του " εμείς ". Μία πρωτοβουλία, που δεν αφορά έναν. Ένας ζωντανός οργανισμός, γεμάτος υγιή κύτταρα. Διασκέδαση, ξεκούραση, απόλαυση, νέες γνωριμίες, σχέσεις. Φεστιβάλ με τα όλα του. Οι νέοι το τιμούν δεόντως, αλλά είναι κι άνθρωποι, που ξεκίνησαν ως νέοι κι έφτασαν να πηγαίνουν με τα παιδιά τους.
Ένα ατέλειωτο πάρτυ, μέσα στο δάσος, από ξημέρωμα σε ξημέρωμα. Κάτι το διαφορετικό, που δεν το συναντάς πιθανότατα πουθενά αλλού στην Ελλάδα. Αυτό ήταν το River Party και για το 2017 και το ραντεβού δόθηκε ήδη για το 2018, με τους πρωταγωνιστές να μετρούν ήδη αντίστροφα.
Ο Πάολο Γενοβέζε στην όγδοη του σκηνοθετική προσπάθεια κέρδισε το κοινό της Ιταλίας, κόβοντας πάνω από 2.500.000 εισιτήρια, ενώ κέρδισε και τα δύο βασικά βραβεία (καλύτερης ταινίας και σεναρίου) David di Donatello. Είναι η τρίτη του μεγάλους μήκους ταινία και με καυστική διάθεση σχολιάζει την επίδραση της τεχνολογίας στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Πόσο απρόσωπες έχουν γίνει οι επαφές και πόσο εύκολο είναι άραγε, να κρυφτούν στα μηχανήματα του " σατανά " μυστικά, ικανά να διαταράξουν τις ισορροπίες και να διαλύσουν σχέσεις χρόνων;
Βρισκόμαστε στην Ιταλία και την πρωτεύουσα του πολιτισμού, Ρώμη. Μία παρέα φίλων έχει αποφασίσει να δειπνήσει. Πρόκειται για τρία ζευγάρια κι έναν πρόσφατα διαζευγμένο, που δεν κατάφερε να φέρει το νέο του φλερτ, καθώς την τελευταία στιγμή αρρώστησε. Η ομήγυρη αποφασίζει να παίξει ένα παράτολμο παιχνίδι. Θέτει τα κινητά στο κεντρικό τραπέζι κι η κάθε ενημέρωση είναι υποχρεωμένη να κοινοποιηθεί στο σύνολο. Έτσι, μοιράζονται το περιεχόμενο των μηνυμάτων, των email και των ειδοποιήσεων από μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Είναι όμως έτοιμοι για μια τέτοια διαδικασία;
Μία ταινία, που σκηνή προς σκηνή μετέφερε στα ελληνικά ο συμπαθής, Θοδωρής Αθερίδης και πήγε περίφημα. Έτυχε όμως, να δω πρώτα την ιταλική. Κατανοούμε, πως κάθε παράμετρος έχει τα θετικά και τα αρνητικά της. Βλέπουμε πόσο απρόσωπα έχουν γίνει τα πράγματα στην εποχή μας και πως η ουσία και τα συναισθήματα έχουν στην πραγματικότητα χαθεί. Το Internet αποτελεί ένα μεγάλο φακέλωμα όλων, έναν " ρουφιάνο ", που ανά πάσα στιγμή μπορεί να μας φέρει προ δυσάρεστων εκπλήξεων σε διάφορα επίπεδα. Oυδέν κρυπτόν. Όπως όλα τα μέσα, ο σύγχρονος άνθρωπος πρέπει να το χρησιμοποιεί με σύνεση και λογική, ως εργαλείο για τη δουλειά του. Αν ξεπεράσει τα όρια, δεδομένα θα τον προδώσει.
Η τραγική ειρωνεία κρύβεται στη φράση, " δεν έχουμε τίποτα να κρύψουμε ". Τι θα σηματοδοτήσει όμως το τέλος της βραδιάς; Μίας νύχτας, που η αφορμή της συνάντησης είναι η ολική έκλειψη της σελήνης. Ίσως κάτι να θέλει να μας πει μεταφορικά ο σκηνοθέτης. Είναι δύσκολο να κρυφτείς κι αν έχεις υποπέσει σε ατόπημα, αργά ή γρήγορα, θα φανερωθείς από μόνος σου, υποσυνείδητα σε ανύποπτο χρόνο. Ένα παιχνίδι είναι κι η ίδια η ζωή. Αυτό που παρακολούθησα με ενδιαφέρον, από τη στιγμή που όλο το φιλμ εκτυλίσσεται στον ίδιο χώρο, είναι οι αντιδράσεις κι οι εναλλαγές συναισθημάτων. Σαν το ταξίδι να έχει σημασία κι όχι η Ιθάκη.
Με κύριο γνώρισμα τη θεατρικότητα, η ταινία κάνει γκελ κι είναι μία πολύ καλή επιλογή για θερινό σινεμά και λίγη περισυλλογή στη συνέχεια, μία νύχτα μεταξύ Ιουλίου κι Αυγούστου. Έχουμε πραγματικά εμπιστοσύνη στον άνθρωπο που στέκεται δίπλα μας; Μέσα από τα κακώς κείμενα, που θίγονται έμμεσα κι άμεσα, εμείς πρέπει να φτάσουμε στο ζην αξιοπρεπώς. Κι όπως έλεγε κι ο Κ. Καβάφης αν την ζωή του δεν μπορείς να την κάνεις, όπως τη θέλεις, τούτο προσπάθησε μονάχα, μην την εξευτελίζεις. Για τους λάτρεις του Γενοβέζε, έρχεται το " Τhe Place " κι οι τρεις από τους εφτά πρωταγωνιστές είναι ίδιοι. Αναμένετε, λοιπόν ...
Τα προβλήματα το προηγούμενο διάστημα στη Θεσσαλονίκη ήταν μεγάλα. Ευτυχώς στη δύση του Ιουλίου φύσηξε κι ο Θερμαικός καθάρισε από το φυτοπλαγκτόν και τη δυσωδία. Πλήθος κόσμου βρέθηκε στην παραλία από το Λιμάνι μέχρι το Μέγαρο Μουσικής κι απόλαυσε το καλοκαιρινό αεράκι κι επιτέλους τα γαλανά νερά για φέτος. Νέοι, μεγαλύτεροι, Έλληνες και ξένοι άδραξαν την ευκαιρία και πήραν μία ανάσα δροσιάς, μέσα στο καλοκαίρι.
Στις περισσότερες χώρες του εξωτερικού δεν υπάρχει ο καφές στο χέρι, όπως δεν υπάρχει κι η κρύα εκδοχή του. Στην Ελλάδα η σχέση μας με τον καφέ είναι παθολογική, ερωτική θα τολμούσα να πω. Είναι δομημένη έτσι η οικονομία, η κοινωνία, που με τη δύναμη της συνήθειας, όλα συντείνουν προς αυτήν την κατεύθυνση. Είναι απαραίτητα καλό όλο αυτό; Μεγάλη συζήτηση, που είναι αμφίβολο αν θα βγάλει καθολικό ορθό αποτέλεσμα.
Η Θεσσαλονίκη έχει εκατοντάδες καφετέριες. Στο κέντρο, στις συνοικίες, στη θάλασσα, ή ψηλότερα στα προάστια κι όμως την τελευταία τριετία, εν μέσω κρίσης, έχει ξεκινήσει μία επανάσταση. Ανοίγουν συνεχώς αλυσίδες καταστημάτων, με cafe στο χέρι (take away). Κάτι ανάλογο μπορεί να συμβαίνει και στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις της περιφέρειας οι διαστάσεις που έχει πάρει όμως στην πόλη μας, δεν έχει προηγούμενο. Και το αναφέρω με πάσα βεβαιότητα, καθώς συνεχώς ταξιδεύω στην επικράτεια.
Την αρχή έκαναν δύο αλυσίδες από τη Λάρισα. Τα Mikel και Βrunο πέρασαν την ιδέα στον κόσμο και την καλλιέργησαν στη συνείδησή του, ακολούθησε η μεγάλη τοπική αλυσίδα, " Todaylicious ", που συνδύασε ψιλικά είδη με φθηνά ροφήματα. Τα φραντσάιζ αυξάνονται θεαματικά. Πάρα πολλοί άνθρωποι επενδύουν, προσπαθώντας να εξασφαλίζουν τα προς τη ζην, σε μία δύσκολη εποχή. Το τελευταίο μεγάλο μπαμ έγινε με τα Coffee Ιsland, που πραγματικά τη δεδομένη στιγμή σαρώνουν την αγορά. Από τη Βραζιλία ... στη Ελλάδα.
Βρήκαμε, λοιπόν, έναν άνθρωπο που έκανε αυτήν την επιλογή, να ανοίξει ένα τέτοιο κατάστημα, θέλησε όμως να διατηρήσει την ανωνυμία του. Ο Νίκος μας λέει, πόσο δύσκολη ήταν αυτή του η απόφαση. Ρίσκαρε τις οικονομίες μίας ζωής, για να μείνει στη χώρα, επειδή αγαπάει τον τόπο του και δεν ήθελε να μεταναστεύσει στο εξωτερικό, όπως κάποτε οι γονείς του. Μόχθησε, πιέστηκε, στερήθηκε, αλλά τα κατάφερε και σήμερα, μετά από τρία χρόνια, κοντεύει να κάνει τη δική του προσωπική απόσβεση. Τόλμησε και δικαιώθηκε. Μεγάλη υπόθεση να βλέπεις το " παιδί " σου να μεγαλώνει και να σε δικαιώνει.
Σε δεύτερο επίπεδο αναπτύχθηκε τα Coffeebrands, τα Seven και το Origami. Πλέον, η κατάσταση έχει φτάσει σε οριακό σημείο κι η μάχη για την επιβίωση, ισοδυναμεί με την αδυσώπητη καθημερινότητα. Όπως είναι φυσικό δεν θα αντέξουν όλοι τον ανταγωνισμό. Ίσως κάποιοι, οι τελευταία ειδικά, να έπεσαν και στην παγίδα μίας φούσκας που σύντομα θα σκάσει και θα φέρει αρκετές οικογένειες, προ δυσοίωνων καταστάσεων.
Η νέα μόδα πάντως στη Θεσσαλονίκη είναι αυτή, ο καφές στο χέρι, στα γρήγορα. Eίτε είσαι μαθητής, φοιτητής ή επαγγελματίας εργαζόμενος. Το συναντάς παντού. Άλλωστε οι ρυθμοί ζωής αλλάζουν. Γίνονται πιο γρήγοροι, πιο απαιτητικοί. Το " χαλλλαρά " δίνει σιγά σιγά τη θέση του στο βιαστικά κι αυτή η καινοτομία, έχει γίνει πλέον συνήθεια. Και δεν είναι μόνο το οικονομικό, αλλά και το πρακτικό. Όσοι έχουν δουλειά τη σήμερον ημέρα τρέχουν ...
Aπόγευμα Σαββάτου 22 του Ιούλη. Αποφασίζω μία βόλτα στο άδειο κέντρο της πόλης. Όπως κάθε Σαββατοκύριακο στην καρδιά του καλοκαιριού, οι κάτοικοι ό,που φύγει, φύγει κι η Χαλκιδική βουλιάζει. Δεν σας κρύβω, πως μου αρέσει η ησυχία της πόλης κι ας είναι η ζέστη αφόρητη, που συνδυασμό με την υγρασία καθιστά την ατμόσφαιρα αποπνικτική.
Παρκάρω, λοιπόν, στο ύψος της Αγίου Δημητρίου και κατηφορίζω, προς την αρχαία Ρωμαική αγορά. Είναι μία έκπληξη για μένα, να μην συναντώ γνώριμες φιγούρες. Και δεν εννοώ φίλους και γνωστούς, αλλά Έλληνες. Τουρίστες από τη μία, μετανάστες από την άλλη. Ένα μωσαικό εθνικοτήτων σε ένα " ντοκιμαντέρ " μικρού μήκους, που εκτυλίσεται μπροστά από τα μάτια μου μέσα σε ένα διάστημα μικρότερο των είκοσι λεπτών.
Η ιστορία αναβιώνει η πρώτη μου σκέψη. Η Βαλκανοποίηση όμως, της Νύφης του Θερμαικού, φυσικά και δεν με χαροποιεί. Θα επιζητούσα, όπως κάθε πολίτης, που σέβεται κι αγαπάει τον τόπο του, μία αλλαγή προς τα πάνω, προς κάτι καλύτερο. Συνάντησα ανθρώπους να με ρωτούν που βρίσκονται θέρετρα πολιτισμού κι αξιοθέατα. Τους καθοδήγησα, αλλά συνειδητοποίησα, μετά λύπης μου, πως έχουμε θάψει τον πλούτο μας.
Συνέχισα, να κατηφορίζω. Πέρασα την Εγνατία και διέσχισα την πλατεία Αριστοτέλους. Παρατήρησα την αρχιτεκτονική μερικών κτιρίων. Μπορεί να ήταν η πρώτη φορά που είχα τον χρόνο και το χώρο να το κάνω. Συνάντησα, ανθρώπους στα όρια της ανέχειας, άλλους υπό την επήρεια ουσιών (αλκοόλ και ναρκωτικών). Διόλου τιμητική εικόνα. Αλλά από την άλλη νέα παιδιά χαμογελαστά και ξέγνοιαστα. Έφτασα έξω από το Ολύμπιον, είδα πρόσωπα δυσαρεστημένα, " it΄s smell horrible ", αναφωνούσαν.
Πράγματι, υπήρχε μία πολύ δυσάρεστη οσμή. Ευτυχώς τα σκουπίδια είχαν μαζευτεί. Η μυρωδιά ερχόταν από τη θάλασσα. Παρ΄ότι δεν φυσούσε, υπήρχε άπνοια για την ακρίβεια, το φυτοποπλαγκτόν έκανε και πάλι την εμφάνισή του. Από το λίγο, που μπόρεσα να διακρίνω, αλλόκοτο χρώμα και πλήθος μεδουσών, όπως και συσσωρευμένα μικροσκουπίδια, την ώρα που δίπλα ο κόσμος προσπαθούσε να απολαύσει τον περίπατό του. Σήμερα διάβασα μάλιστα πως το φαινόμενο τείνει να γίνει μόνιμο. Μακάρι να διαψευστούν οι ειδικοί.
Αυτή ήταν φίλοι μου, η Σαββατιάτικη μου έξοδος. Βίωσα την ταυτότητα της πόλης να αλλάζει και πιστέψτε με, ελάχιστοι έχουν την ευκαιρία να υποστούν αυτό το σοκ και να διαπιστώσουν το μέγεθος της κατάστασης, σκεπτόμενοι τις συνέπειες, όσων συμβαίνουν σήμερα και θα επηρεάσουν το μέλλον μας άμεσα. Πολλές φορές πρέπει να κρούουμε τον κώδωνα του κινδύνου, πριν είναι αργά, πολύ αργά.
O Φιλίπ Ντε Σοβερόν επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη κι αυτή τη φορά στο πλάι του είναι και πάλι ο σπουδαίος, Κριστιάν Κλαβιέ, σε ρόλο πρωταγωνιστή. Μετά την τεράστια επιτυχία, του " Θεέ μου τι σου κάναμε " (2014), που έσπασε τα ταμεία, η απουσία του Γάλλου ηθοποιού ήταν εμφανέστατη στο " Άμεση Αποβίβαση ", γι΄αυτό κι ο 52χρονος σκηνοθέτης επέστρεψε στην πεπατημένη. Μία ταινία πιο καυστική από τη μεγάλη του επιτυχία, με λιγότερο χιούμορ κι ίσως περισσότερα μηνύματα, για την Ευρώπη, που μας ξημερώνει.
Ένας διανοούμενος μεσήλικας αριστερός, με αξίες κι ιδανικά, πλην όμως αστός, χάρη στη περιουσία της συζύγου του δε διστάζει, κατά τη διάρκεια ενός ντεμπέιτ με ακροδεξιό υποψήφιο, να προσκαλέσει ανοιχτά στο σπίτι του, όποιον πρόσφυγα και δη " Ρομά " έχει θέμα με την επιβίωσή του. Κι όμως κάποιοι τρελοί τολμούν, βρίσκουν το θάρρος γεμάτοι θράσος να του χτυπήσουν το κουδούνι και να τον " εκβιάσουν ". Φανταστείτε το κόστος μίας ενδεχόμενης άρνησης. Μέρα τη μέρα, όσο θετικά διακείμενος κι αν είναι αρχικά, καταλαβαίνει πως το μείγμα είναι εκρηκτικό και το μπαμ δεν θα αργήσει να συμβεί.
Είναι μία βαθιά κοινωνική κωμωδία, σε μία εποχή τεράστιου ρεύματος προσφύγων στη Μεσόγειο. Άλλωστε μη ξεχνάτε πως τόσο στη Γαλλία, όσο και σε χώρες της κεντρικής Ευρώπης, ο κίνδυνος του φασισμού ελλοχεύει και τα ποσοστά απήχησής του αυξάνονται δραματικά στα χρόνια μας. Εδώ ο Κλαβιέ (Ζαν Ετιέν Φουζερόλ), πηγαίνει στο άλλο άκρο, της αριστεράς, του ανθρωπισμού. Πάντα όμως φινετσάτος και με το ταμπεραμέντο του δίνει το δικό του χρώμα στη ταινία.
Άξιος συμπαραστάτης, ο Άρι Αμπιτάν (Μπαμπίκ), του έχει κολλήσει το προσωνύμιο, " αγκαλίτσας " . Είναι ο αρχηγός της οικογένειας. Αυτός είναι ο ρόλος του κι η μοναδική του δεξιότητα, να δίνει εντολές. Είναι όμως τίμιος κι ηθικός. Το σκηνικό γίνεται κάποιες στιγμές πολύ ροκ. Οι άνθρωποι εκμεταλλεύονται τα γεγονότα, προς όφελός τους, αγνοώντας πολλές φορές τις συνέπειες και τις προεκτάσεις. Κάπως έτσι ο οικοδεσπότης επωφελείται του γεγονότος κι οι πωλήσεις του βιβλίου του, " Με ανοιχτές αγκάλες ", ανεβαίνουν κατακόρυφα.
Τελικά μέσα από ανατροπές φτάνουμε και σε αυτό το φιλμ σε έναν περίεργο γάμο γεμάτο αντιθέσεις. Κι όμως κι εδώ ο Κλαβιέ υποχωρεί κι όπως με τον Αφρικανό, στην πρώτη μεγάλη επιτυχία, εδώ με τον Ρομά, τα βρίσκουν μία χαρά και το σκηνικό μεταφέρεται για το φινάλε στη Ρουμανία, σε κλίμα γιορτής και πανηγυριού.
Είναι ξεκάθαρα ένα αντιρατσιστικό φιλμ, που περνάει τα μηνύματα της αλληλεγγύης, του σεβασμού στη διαφορετικότητα και δείχνει πως ακόμα κι αυτοί που στα λόγια φαντάζουν δυνατοί, κρύβουν άλυτους γρίφους ως μυστικά μέσα τους. Μία προβολή, τροφή για σκέψη, για την Ευρώπη του σήμερα, αλλά κι αυτή του αύριο. Πλέον ο διαχωρισμός είναι αριστερός ή δεξιός ή άνθρωπος και μη;
Αυτό το καλοκαίρι έχει μία δεύτερη σπουδαία ιταλική δουλειά, μετά το "Ο γιατρός έχει τρεχάματα", τα "Παράπονα στον Δήμαρχο" των Σάλβο Φικάρα και Βαλεντίνο Πικόνε, που μετά την επιτυχία τους στο Θέατρο, τα καταφέρνουν μία χαρά και στην μεγάλη οθόνη τόσο ως σκηνοθέτες, όσο κι ως πρωταγωνιστές. Πρόκειται για μία μεσογειακή κωμωδία με καυστικό κοινωνικοπολιτικό χιούμορ, για όσα βιώνουμε καθημερινά, ως αντίκτυπο μίας εποχής που πέρασε, αλλά άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια της στις επόμενες γενιές.
Βρισκόμαστε στο γραφικό χωρίο Πιετραμάρε της Σικελίας. Πλησιάζουν οι εκλογές. Από την μία ο απόλυτα διεφθαρμένος, δήμαρχος για χρόνια, Γκαετάνο Πατάνε ("αυτοί έδιναν υποσχέσεις κι εμείς πληρώναμε χρέη") κι από την άλλη ο σοβαρός, μετριοπαθής δάσκαλος, Πιερπάολο Νατόλι, που τον διέπουν ύψιστες αξίες κι ιδανικά. Κι ενώ το σαθρό "παλιό" φαντάζει ακλόνητο φαβορί για την επανεκλογή του, γίνεται η πλήρης ανατροπή και δήμαρχος εκλέγεται ο πιο ανθρώπινος, ο ορθολογιστής. Φτάσαμε στην εποχή μας, το απόλυτα φυσιολογικό, να φαντάζει είδηση, γεγονός!
Ξαφνικά η πόλη συνέρχεται. Τα σκουπίδια στους κάδους, η ανακύκλωση ξεκινά, τα αυτοκίνητα περιορίζονται, ζητούνται άδειες από τους καταστηματάρχες. Οι νόμοι επιτέλους εφαρμόζονται. Κι όμως όλο αυτό κακοφαίνεται στους κατοίκους. Το σοκ είναι τόσο μεγάλο. Αδυνατούν να προσαρμοστούν. Μα αυτοί ψήφισαν την αλλαγή. Ήταν όμως προετοιμασμένοι να την δεχθούν στην πράξη; Μεγάλο ερώτημα και μην πάμε μακριά. Στη χώρα μας περάσαμε το 2015 κάτι ανάλογο. Και μάλλον κι εμείς κάναμε άτακτη οπισθοχώρηση την κρίσιμη στιγμή. Πόσο εύκολα ενθουσιάζει άραγε η ιδέα της αλλαγής και συγχρόνως πόσο δύσκολο είναι να την στηρίξουμε έμπρακτα;
Η σάτιρα μου θύμισε αρκετά το περσινό, "πού πάω θεέ μου", αλλά εδώ προστίθεται η έννοια της ηθικής, την οποία έχουμε δυστυχώς απολέσει. Ο κόσμος καταδίκασε τον πρώτο δήμαρχο στον πλανήτη, που εφάρμοσε όλες του τις προεκλογικές εξαγγελίες. Κάτι από Ιησού και Βαραββά, αν θέλετε να κάνουμε ένα παραλληλισμό και μία μίνι σύνδεση με την ιστορία που μας διδάσκει. Κι αυτό είναι ένα δείγμα πως το σύμπαν μαυρίζει. Είναι σημάδι της εποχής. Πολλές φορές μέσα από το χιούμορ, περνάνε τόσο δυνατά μηνύματα. Και σήμερα βρισκόμαστε στο ίδιο οριακό σημείο ως ανθρωπότητα.
Κι όλο αυτό είναι καθολικό, από την Ιταλία μέχρι την Αμερική, την Αφρική, την Κίνα και την Αυστραλία. Ισχύει σε όλον τον κόσμο. Η σύμπραξη πολιτείας, μαφίας, εκκλησίας αποτελεί ταφόπλακα, δείχνει πως όλοι οι κατά τόπους κραταιοί φορείς, αποτελούν γρανάζια ενός συστήματος, που μαθηματικά κάποτε θα διαλυθεί. Ίσως χρειαστεί να βαφτεί με αίμα η επανάσταση, αλλά η επανεκκίνηση θα γίνει. Είναι απλά θέμα χρόνου. Ο φόβος κυριεύει τους πολίτες κι αυτός είναι ο μεγαλύτερος σύμμαχος των συμφερόντων.
Μία σπουδαία ταινία, που με ευαισθητοποίησε και με έθεσε σε ρόλο πρωταγωνιστή. Δυστυχώς, το φινάλε δεν είναι ελπιδοφόρο. Ο σύγχρονος άνθρωπος αγαπά τον λιγότερο δυνατό κόπο. Όμως χωρίς συλλογική προσπάθεια και προσωπική υπέρβαση του καθενός, ποτέ μα ποτέ ο κόσμος μας δεν θα γίνει καλύτερος.
Ο Φιλίπ Λασό σκηνοθετεί για τον εαυτό του και μία πλούσια γκάμα ηθοποιών μία κωμωδία, που κέρδισε τον κόσμο στη Γαλλία, ενδεικτικό του πόσο έχει ανάγκη ο σύγχρονος άνθρωπος να γελάσει. Μετά το " Babysitting " (2014), το "Αlibi.com (2017). Δύο ταινίες που έσπασαν τα ταμεία στη μεσογειακή χώρα και τις παρακολούθησαν πάνω από 5.500.000 θεατές.
Ο πρωταγωνιστής έχει μία επιχείρηση, ικανή να σκαρφιστεί κάθε πιθανή κι απίθανη δικαιολογία, ώστε να καλύψει άπιστους κάθε ηλικίας και κοινωνικού-μορφωτικού επιπέδου. Η ζωή του κυλάει ομαλά, μέχρι να γνωρίσει τον έρωτα της ζωής του, τη Φλοράνς. Τότε είναι αναγκασμένος να μπει σε ένα παιχνίδι αλυσιδωτών συμπτώσεων, που προσφέρει, μέσω της έντασης, γέλιο σε όλους όσους την παρακολουθούν.
Είναι τυχαίο, ότι μεγάλο μέρος του φιλμ διαδραματίζεται στις Κάννες; Ίσως οι φιλοδοξίες του Λασό για το μέλλον, να φτάνουν μέχρι εκεί. Η συνεχής ακροβασία ανάμεσα στο είναι και το φαίνεσθαι, από τη μία μας κρατάει σε εγρήγορση, από την άλλη, από ένα σημείο και πέρα, η επανάληψη κουράζει. Είναι όμως κάτι που ψάχνει ο σύγχρονος άνθρωπος. Ψυχαγωγία, χαλαρότητα, χιούμορ.
Το κάστινγκ ιδανικό, από τον σκηνοθέτη-πρωταγωνιστή, στην Ε.Φλοντάν (Φλο), που γνωρίσαμε στο " Θεέ μου τι σου κάναμε ", στους γονείς της, Ναταλί Μπάιγ κι ειδικά τον Ντιντιέ Μπορντόν, που στα πενήντα του, προσπαθεί να υποδυθεί τον εραστή. Είναι μία φιγούρα πάντως, που προκαλεί κύμα γέλωτος, όπως παρουσιάζεται και κερδίζει τον κόσμο, με τη συνολική του παρουσία.
Λατίνα τραγουδίστρια, από φωνή ... κορμάρα, μαφιοζός, πλην τίμιος, με τσίρκο, η διαδρομή Κάννες-Τανζανία, τόσο κοντινή και συγχρόνως τόσο μακρινή, χροιά από προσφυγικό, αντιρατσιστικό μήνυμα για τις μειονότητες κι ένα κράμα ασύνδετο, που φαντάζει ταιριαστό. Στοιχεία, που μαζεμένα μπορούμε να συναντήσουμε, μόνο σε μία ταινία.
Το φινάλε, όπως συνηθίζεται στις κωμωδίες, happy, με την αγάπη να νικάει, κόντρα σε όλα τα εμπόδια που παρουσιάστηκαν στη διαδρομή. Και μάλιστα κερδίζει σ΄όλα τα επίπεδα. Το ζευγάρι των γονέων, βρίσκει ξανά χημεία και κίνητρο να αναζωογονηθεί, ενώ ο έρωτας και το πάθος κυριαρχούν στους νεαρούς.
Μία χαλαρή κωμωδία, για μία βραδιά του καλοκαιριού, σε ένα θερινό σινεμά, δίχως βαθυστόχαστες ιδέες και μηνύματα. Στιγμές ξέγνοιαστες, για μία οικογένεια, μία παρέα, τον καθένα.