Addthis

Τετάρτη 31 Μαΐου 2017

Αυτοκτονία


Καλημέρα,

Από νεαρή ηλικία διάβαζα πράγματα σε βιβλία, που μεγαλώνοντας τα βρίσκω ολοένα και περισσότερο μπροστά μου. Εκείνη τη στιγμή, της ανάγνωσης, δεν είχα την ωριμότητα να αφουγκραστώ πλήρως το νόημα των λέξεων, απορροφούσα όμως σας σφουγγάρι κι αποθήκευα, σχεδόν το κάθε τι. Από όταν ήμουν μικρό παιδί, στα αυτιά μου ηχούσαν, αρχαία ρητά. " Παν μέτρον άριστον ", " Νους υγιής, εν σώματι υγιή " κι άλλα τέτοια πολλά. Προσπαθούσα να εξηγήσω ... μάταια. Η σοφία απορρέει από την εμπειρία.

Τα χρόνια όμως πέρασαν, περνάνε κάθε μέρα και πλέον νιώθω δυνατός, χάρη σε εκείνο τον αγώνα μου. Να γυμναστώ, να γίνω πρωταθλητής, να χτίσω χαρακτήρα και να μελετάω να μοχθώ, να βελτιώνομαι. Μία πολυσχιδής σπουδή. Βήμα βήμα να οικοδομήσω κάτι. Κατάφερα να αναπτύξω μία προσωπικότητα δυνατή, με όπλα την κριτική σκέψη και την διορατικότητα, που δύσκολα βάλλεται και παρασύρεται. Είμαι περήφανος που από τη μία δεν είμαι ευάλωτος στις " νόσους " της επόχης κι από την άλλη είμαι άνθρωπος με συναισθήματα, ευαισθησίες κι αδυναμίες. Αυτό δεν αλλοιώθηκε. Δεν έγινα απόλυτα κυνικός, για να επιβιώσω.

Καθημερινά, στην εφημερίδα, έγραφε για αυτοκτονίες. Ο αριθμός από το 2010, συνεχώς αυξάνει. Πάντα με προβλημάτιζε, πως ένας άνθρωπος, έφτανε-φτάνει εκεί, σε αυτό το σημείο απελπισίας. Μπορεί να ήταν στην Αθήνα, στην Πάτρα, σε κάποιο νησί, έψαχνα να βρω τις προεκτάσεις και τις συνθήκες. Φυσικά τα Μέσα το πουλούσαν μέχρι να στεγνώσει το αίμα, στη συνέχεια το έθαβαν κι είχαμε τεχνηέντως μία αποσιώπηση κι απόκρυψη του προβλήματος. Αν το ψάξει κάποιος όμως, τα νούμερα είναι ενδεικτικά της κατάστασης, που βιώνουμε καθημερινά.

Χθες έλαχε, το μοιραίο να έρθει κοντά. Χτύπησε την πόρτα του γείτονα. Μία πτώση, ένας θόρυβος κι ησυχία. Άνθρωποι φοβικοί και φοβισμένοι στα μπαλκόνια. Δεν τόλμησαν να κατέβουν στον δρόμο. Σειρήνες και πάλι σιωπή. Οι καιροί δύσκολοι και πρέπει όλοι μας να έχουμε αντιστάσεις, υπομονή κι επιμονή. Οι παραμένοντες δηλαδή, στη χώρα. Η ανθρώπινη ζωή είναι η υπέρτατη αξία. Και κανείς δεν αξίζει τις θυσίες, κυριολεκτικά και μεταφορικά, που γίνονται σήμερα.

Ακόμα κι ένα τόσο τραγικό συμβάν, πρέπει να σε κάνει σοφότερο. Να σκεφτείς, να εμβαθύνεις και στο βάθος να πολεμήσεις, για το καλό το δικό σου κι αν θέλεις και μπορείς των συνανθρώπων σου. Διότι το προλαμβάνειν (το κακό) είναι όλη η ιστορία, η ουσία ...  Ήταν ένα περίεργο βράδυ, που το σκοτάδι κάλυψε τα κακώς κείμενα, έκρυψε το αίμα, μίκρυνε τους ανθρώπους και τώρα που ξημέρωσε το κρίμα πέφτει στους λίγους, τους οικείους, όπως συνηθίζεται ...

Σάββατο 27 Μαΐου 2017

Πλήρης αποπροσανατολισμός


Θεσσαλονίκη, Μάιος 2017, Ελλάδα, Μάιος 2017, πού πάμε; Μία κραυγή, συγχρόνως, απόγνωσης για το τώρα κι αγωνίας για το αύριο. Λέγεται ότι, ελπίδα κάθε τόπου είναι οι νέοι, που κατ΄έναν μαγικό τρόπο εδώ έχουν εγκλωβιστεί κάπου μεταξύ των οθονών (εικονική πραγματικότητα) και των καφετεριών κι αδυνατούν να ζήσουν και να ονειρευτούν. Μοναδική διέξοδος, για όσους συνειδητοποιημένους,  μοιάζει το τέλος των σπουδών κι ο δρόμος της φυγής, της μετανάστευσης, στο εξωτερικό, ώστε να πάρουμε, όσα μας αξίζουν.

Σημασία έχει όμως τι κάνεις, όσο είσαι εδώ; Παρατηρώ καθημερινά, πρόσωπα, συμπεριφορές, καταστάσεις, ο φόβος ελλοχεύει, στοιχειώνει ανθρώπους κάθε ηλικίας. Τα Μέσα τρομοκρατούν, προβάλλοντας εικόνες χειρότερες απ΄αυτές που βιώνουμε, ώστε να επαναπαυτούμε στα λίγα. Κανείς δεν τολμά να αποτινάξει τον ζυγό κι όσοι ακόμα το προσπαθούν, χαρακτηρίζονται ρομαντικοί, γραφικοί, βλάκες. Αν εμείς οι ίδιοι δεν νοιαστούμε για το μέλλον, το δικό μας, των παιδιών μας και του τόπου μας, τότε ποιος;

Η Ελλάδα νομοτελειακά εξελίσσεται σε μία Βαλκανική χώρα μεγάλων αντιθέσεων, που μόλις βγει από την τεχνητή κρίση, που στραγγαλίζει καθημερινά τον κόσμο, θα είναι ακόμα ένα σύνολο ανθρώπων των άκρων. Με φτηνό εργατικό δυναμικό, πολυεθνικές, συμφέροντα, πλειοψηφία που θα φυτοζωεί κι ελάχιστους πλούσιους, που θα τα έχουν καλά με τους δυνατούς ανά τον κόσμο. Ο καπιταλισμός θέλει την πλατιά μάζα σ΄αυτήν την κατάσταση, να μην έχει χώρο και χρόνο για μόρφωση κι απαιτήσεις, να σκέφτεται μονάχα πως θα επιβιώσει, να ξημερώσει κι αύριο, ως εκεί ...

Το ' καλό παράδειγμα " λοιπόν της αντίστασης δεν θα ξεκινήσει από την Ελλάδα, στην Ευρώπη "μας". Όταν κάποιες χώρες στην κεντρική Αμερική και την Αφρική το επιχείρησαν, σεβόμενες τα στοιχειώδη, τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και την αξιοπρέπειά τους, είχαμε εκατόμβες θυμάτων. Κάτι ανάλογο θα συνέβαινε κι εδώ έμμεσα ή ακόμα κι άμεσα, καθώς το σύστημα είναι δομημένο έτσι, ώστε να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των λίγων κι όχι της ανθρωπότητας. Δεν ήμασταν έτοιμοι για τη δική μας επανάσταση. Πόσο βάρος έχει πέσει άραγε σε αυτήν τη λέξη, αλλά και σ΄αυτή τη γενιά, που πρέπει να βγει αλώβητη;

Αν διαβάσεις, αν το ψάξεις, μάθεις την ιστορία και συσχετίσεις τα γεγονότα, θεωρείς όλα τα παραπάνω δεδομένα. Σε πιάνει απογοήτευση, έχεις να διαλέξεις ανάμεσα σε δύο τινά, να αντιμετωπίσεις τα πάντα κυνικά ή να συνεχίσεις, να βελτιωθείς να ανελιχθείς, να βρεις τη δύναμη και να επιφέρεις ουσιαστικές αλλαγές στον κόσμο Κάτι το οποίο φυσικά είναι τρομερά δύσκολο κι ακούγεται τόσο μακρινό.

Δεν φτάνει να φωνάζουμε, να διαδηλώνουμε. Πλέον κανείς δεν θα μας ακούσει. Η απογοήτευση κι η ανάγκη εκτόνωσης στρέφει τους ανθρώπους να σφάζονται στα γήπεδα, κάνοντας μία γιορτή τραγωδία, στους δρόμους, στις φοιτητικές εκλογές, σε κάθε ευκαιρία, με κάθε αφορμή. Η αποκτήνωση σε όλο της το μεγαλείο, την ώρα που οι πολιτικοί έρχονται σε ρήξη με τους επιχειρηματίες σε μία χρεοκοπημένη απ΄όλες της απόψεις χώρα και γενικότερα επικρατεί μία χαοτική κατάσταση, που για να την αντιληφθείς, πρέπει να σηκωθείς ψηλά και να δεις τα πράγματα από απόσταση. Αυτό είναι πόλεμος.

Κι επανέρχομαι στο αρχικό μου ερώτημα, πού πάμε, πού βαδίζουμε; Έχουν καταφέρει τον βασικό τους στόχο. Προβατοποίηση του λαού, εύκολα διαχειρίσιμη μάζα, αποβλακωμένη να παρακολουθεί riality κι επαναλήψεις σίριαλ στους καναπέδες. Είναι αυτή η Ελλάδα, η ένδοξη χώρα που μας άφησαν παρακαταθήκη, που μας κληροδότησαν οι πρόγονοί μας, είναι αυτή η χώρα πού ονειρεύεστε για τα παιδιά μας; Κι αν όχι μπορούμε να κάνουμε κάτι δραστικό ή τα πάντα έσβησαν κι έμεινε μία σιωπή να καλύψει τα ερείπια;

Σάββατο 20 Μαΐου 2017

Πού πάω;


Οι καλές κωμωδίες σπανίζουν και μία τέτοια είδα πρόσφατα κι αποφάσισα να την μοιραστούμε. Ο λόγος για το Quo vado του Τζενάρο Νουνζιάντε με πρωταγωνιστή τον Κέκο Ζαλόνε, στην τέταρτη απόπειρα συνεργασίας τους. Πρόκειται για μία ταινία, που έσπασε τα ταμεία στη γειτονική χώρα κι έγινε η πιο επιτυχημένη όλων των εποχών στο box office, μετρώντας έσοδα 72.000.000 δολαρίων. Παρ΄όλα αυτά στην Ελλάδα δεν έτυχε ανάλογης υποδοχής από τους επαγγελματίες του χώρου.

Ένας άνθρωπος γεννήθηκε για να απολαύσει τα προνόμια του δημοσίου υπαλλήλου. Αυτό ήταν το όνειρο του. Είναι οικονομικά ανεξάρτητος, περιζήτητος γαμπρός, παρ΄όλα αυτά ζει ακόμα με τους γονείς του. Όταν το κράτος αποφασίζει περικοπές, χάνει τη μόνιμη θέση του και μεταφέρεται από μέρος σε μέρος προκειμένου να παραμείνει γρανάζι του συστήματος, καθώς δεν πληρεί πλέον τα κριτήρια της μονιμότητας. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει όμως για να την κρατήσει;


Μιλάμε για ένα άκρως επίκαιρο, χιουμοριστικό έργο που καταδεικνύει αφενός τις ιδιαίτερες σχέσεις κράτους-πολίτη στις μεσογειακές χώρες, τη διαφθορά, τις εξυπηρετήσεις κι αφετέρου τις μεγάλες αντιθέσεις με τις βορειοευρωπαικές χώρες, που υπάρχει μία άλλη κοσμοθεωρία συνολικά. Ένιωσα, τον Κέκο συμπατριώτη μου, άνθρωπο της διπλανής πόρτας, όπως πολλοί από εσάς, που είχατε την τύχη να δείτε την ταινία ή θα την επιλέξετε στο εγγύς μέλλον, γιατί πραγματικά αξίζει τον κόπο.

Με σαφή διάθεση να ψέξει τα κακώς κείμενα και στερεότυπα χρόνων, με πολιτικό σαρκασμό και με την υπογραφή του στο σενάριο και τη μουσική (ψευδώνυμο Luca Medici), πέραν της ερμηνείας, ο Κέκο Ζαλόνε δημιουργεί ένα έργο απαραίτητο για την εποχή. Εύπεπτο, άμεσο, χωρίς να απαιτεί δεύτερες σκέψεις κι ιδιαίτερη εμβάθυνση. Εδώ μιλάμε για ψυχαγωγία. Ένα μήνυμα για το σήμερα μέσα από τη σάτιρα και τη διακωμώδηση της καθημερινότητας.


Πλάι στον πρωταγωνιστή, από την μία, η οικολόγος Βαλέρια κι από την άλλη η διευθύντρια του κρατικού φορέα, η οποία προφανώς σηκώνει τα χέρια ψηλά και φτάνει σε σύγχυση-αμόκ, με το πείσμα και την επιμονή του Κέκο να διατηρήσει τη θέση του, πάση θυσία. Πώς τα μαθαίνουμε όλα αυτά; Τα διηγείται, έχοντας φτάσει πια στην Αφρική, στον αρχηγό μίας φυλής, που προσωρινά τον έχει συλλάβει και θα κρίνει την τύχη του. Aπίστευτο; Κι όμως μεσογειακό.

Με σκηνές ικανές να σε κάνουν να λυθείς από τα γέλια, μιλάμε σίγουρα για την κωμωδία του 2016-17.Φτάνει στα στάνταρ του γαλλικού, Θεέ μου τι σου κάναμε (2014) και καλώ ανεπιφύλακτα τον κάθε σινεφίλ να την παρακολουθήσει, αφιερώνοντας κάτι περισσότερο από μία ώρα. Δεν θα το μετανιώσει ...


Τετάρτη 17 Μαΐου 2017

Δύο καρδιές


Η Κατέλ Κιγιεβερέ επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη, με την τρίτη μεγάλους μήκους ταινίας της, βασισμένη στο πολυβραβευμένο μυθιστόρημα της Μαλίς Ντε Κερανγκάλ. H ακριβής μετάφραση του Reparer les vivants είναι λίγο διαφορετική από την ελληνική απόδοση του τίτλου.  Δύο ιστορίες που συμπλέκονται κι αλληλεπιδρούν. Το τέλος ενός νεαρού ανθρώπου, σηματοδοτεί έμμεσα την ανανέωση των ελπίδων ενός συνανθρώπου του για παράταση στη ζωή.

Τρία νεαρά αγόρια κάνουν ξέγνοιαστα surf στην περιοχή της Χάβρης. Νιώθουν ελεύθερα παλεύοντας με τα κύματα. Ποιος να ξερε όμως πως αυτή η απόδραση, θα έκοβε το νήμα για ένα μέλος της παρέας; Οι τραγικοί γονείς καλούνται να διαχειριστούν την ύψιστη απώλεια. Απόγνωση, δεν υπάρχει χρόνος κι ουσία για αναζήτηση ευθυνών. Τίθεται μόνο το ηθικό δίλημμα, να δωρίσουν τα όργανα του Σίμον ή όχι;




Την ίδια ώρα, υπάρχουν άνθρωποι στην αναμονή για μία μεταμόσχευση. Μία τέτοια περίπτωση είναι η Κλερ (Anne Dorval), κάτοικος Παρισιού. Το αποφασίζει, ύστερα από μία ιδιαίτερα επώδυνη διαδικασία (" δεν ξέρω αν μπορώ να ζήσω με την καρδιά ενός νεκρού ") και περιμένει καρτερικά. Κομβικό ρόλο στην πλοκή και την εξέλιξη της υπόθεσης διαδραματίζουν οι θεράποντες ιατροί (Ταχάρ Ραχίμ). Είναι ο ορισμός της αθέατης πλευράς του λειτουργήματος με φόντο το κοινό καλό.


Καλώς ή κακώς η Ελλάδα είναι μέσα στις πρώτες χώρες σε θανατηφόρα τροχαία στην Ευρώπη. Σχεδόν όλοι μας έχουμε βιώσει μία ανάλογη εμπειρία στον περίγυρό μας. Το πρώτο μέρος της ταινίας με συγκίνησε βαθύτατα, με άγγιξε, σαν να συμμετέχω κι εγώ στο δράμα. Είναι ένα μάθημα προς κάθε νέο, για την προσοχή, που χρειάζεται κάθε πτυχή της καθημερινότητας. Να προλάβουμε πριν είναι αργά, διότι κάποια λάθη δεν υπάρχει η πολυτέλεια να διορθωθούν.




Η ίδια η σκηνοθέτης υποστηρίζει, "το ταξίδι αυτού του οργάνου μου έδωσε τη δυνατότητα να κινηματογραφήσω σώματα με έναν τρόπο που είναι ταυτόχρονα ανατομικός, ποιητικός και μεταφυσικός. Στην καρδιά της ταινίας βρίσκεται το ερώτημα της σύνδεσης ανάμεσα στα άτομα αυτά και το πώς οργανώνουμε μία αλυσίδα για να παρατείνουμε τη ζωή, πως αντιμετωπίσουμε τον θάνατο. Ήθελα να πω αυτήν την ιστορία από την οπτική ματιά των ζωντανών, αυτών που μένουν πίσω.Η δωρεά οργάνων βασίζεται στην αρχή της αλληλεγγύης. Ελπίζω να έκανα μια ουμανιστική ταινία που θα κάνει τους θεατές να νιώσουν μέρος μιας οικογένειας, μιας ομάδας, μιας κοινωνίας".


Δημιουργείται ένα πολυσχιδές, ευαίσθητο αριστούργημα με φόντο τον άνθρωπο κι αφήνει ένα μήνυμα οικουμενικό. Αξίζει να σημειώσουμε, τα αντιρατσιστικά σχόλια, για τους gay και τους έγχρωμους, το ταξίδι στα άδυτα των χειρουργείων και τη δύναμη του καλού. Είμαστε όλοι κομμάτι της κοινωνίας και οφείλουμε να δίνουμε δραστικές λύσεις, όταν το απαιτεί η κατάσταση. Η αντίστροφη μέτρηση ξεκινά, όλα είναι έτοιμα. Το χαμόγελο της ευτυχίας είναι η επιβράβευση του ομαδικού πνεύματος και της ειλικρινούς αλληλεγγύης.


Ενορχηστρωμένο με τη μουσική του Alexandre Desplat, αφήνει μία νότα αισιοδοξίας. Από ένα τραγικό, μακάβριο γεγονός, στην άλλη άκρη με την ελπίδα και την αναγέννηση της ζωής. Φυσικά για τους γονείς, ο πόνος παραμένει αβάσταχτος για πάντα. Εκεί όμως φαίνεται το μεγαλείο του ανθρώπινης ψυχής κι αντιλαμβανόμαστε άπαντες πόσο βασικό αγαθό είναι η υγεία μας ...





Σάββατο 13 Μαΐου 2017

Το Δίχτυ


O Κιμ Κι Ντουκ είναι ένας πολύ σπουδαίος Νοτιοκορεάτης σκηνοθέτης. Το 2012 κέρδισε τον Χρυσό Λέοντα στη Βενετία με το " Pieta ", ενώ γνωστά του έργα είναι το " Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας και πάλι Άνοιξη (2003) και το Arirang (2011). Αξίζει να σημειωθεί επίσης, πως έχει κάνει πάνω από είκοσι μεγάλου μήκους ταινίες. Αυτή τη φορά επιλέγει το κοινωνικοπολιτικό σινεμά και δημιουργεί μία ταινία, απαραίτητη για την εποχή με σαφείς αιχμές προς τον κόσμο που ζούμε.

Ο πρωταγωνιστής μας είναι ένας Βορειοκορεάτης, φτωχός ψαράς. Ένα ατύχημα με τη βάρκα του, τον στέλνει στον Νότο κι από εκεί ξεκινάει ο εφιάλτης του. Ανακρίνεται ως εν δυνάμει κατάσκοπος, βασανίζεται, απειλείται η ίδια του η ζωή κι όλα αυτά, επειδή αρνήθηκε να εγκαταλείψει τη μοναδική του περιουσία, που είχε για να ζει την οικογένειά του. Δεν χωρούν συναισθηματισμοί. Μετατρέπεται σε ένα πιόνι συμφερόντων. Ποτέ η καθημερινότητα του, δεν θα είναι, όπως πρώτα.




Παράτολμο το εγχείρημα του σκηνοθέτη. Θίγει τα κακώς κείμενα των δύο κόσμων. Από τη μία ο υλικός ευδαιμονισμός του καπιταλισμού, με τα θετικά του και τα αρνητικά του κι από την άλλη η Δικτατορία και τα Πυρηνικά όπλα. Μιλάμε για ένα θρίλερ, για ένα δράμα. Η λέξη, που κυριαρχεί, είναι να " αυτομολήσει ". Στρατιωτικός κατά βάση όρος. Να προδώσει δηλαδή την πατρίδα του και να μείνει στη Σεούλ, κάνοντας μία νέα οικογένεια εκεί. Υπάρχουν όμως ακόμα ευσυνείδητοι άνθρωποι, ηθικοί, με αίσθηση του χρέους.

Η εξέλιξη προοικονομείται από την πρώτη κιόλας σκηνή. Το δίχτυ (το κράτος μεταφορικά) αποτελεί μία αλληγορία. " Έχω πιάσει πολλά ψάρια (ο λαός μεταφορικά) στα δίχτυα μου, τώρα εγκλωβίστηκα εγώ ο ίδιος σ΄αυτά ".  Ακροβατεί ανάμεσα στο θέλω και το πρέπει. Στην υποχρέωση και τους πειρασμούς. Παραμένει όμως πιστός στις αρχές και τα ιδανικά του. Διαπιστώνουμε, ότι η εκμετάλλευση, η διαφθορά, οι εκβιασμοί είναι παγκόσμια φαινόμενα, ενός σάπιου συστήματος. Πόσο υποκριτικά φαντάζουν όλα; Προκαλεί παράνοια, η κατάσταση, που από καιρό έχει ξεφύγει.




Ο ίδιος ο Κι Ντουκ υποστηρίζει, " Οι ταινίες μου είναι η συνείδησή μου. Οι σχέσεις μεταξύ Βόρειας και Νότιας Κορέας διανύουν μια περίοδο έντονης κρίσης. Υπάρχει ανησυχία, για το ενδεχόμενο πολέμου. Αποφάσισα, να μιλήσω για την έλλειψη εμπιστοσύνης ανάμεσα στους κατοίκους των δύο χωρών. Πρέπει τα προβλήματα να λυθούν με τον διάλογο. Στηλιτεύω την αποκαρδιωτική κατάσταση που επικρατεί. Στην ταινία οι μυστικοί πράκτορες και οι αστυνομικοί αμφότερων των κρατών ασκούν σωματική βία κι απειλούν τον πρωταγωνιστή. Είναι θλιβερό πώς το κράτος και στις δύο εκδοχές του δεν υπάρχει για να υπηρετεί το λαό, αλλά για να τον καταπιέζει.

Μία καθηλωτική ταινία, στα όρια του ντοκιμαντέρ, που σε φέρνει κατάματα με την σκληρή πραγματικότητα. Ή πρέπει να γίνεις απόλυτα κυνικός για να επιβιώσεις ή να βρεις τη δύναμη, ώστε να μπορέσεις να επιφέρεις κοσμογονικές αλλαγές. Ψυχοπλακώνεσαι, το χωνεύεις και ψάχνεις λύσεις, σε έναν δρόμο που μόνο με ροδοπέταλα δεν είναι στρωμένος. Αυτό επιβάλλει όμως ο ανθρωπισμός. Σίγουρα δεν θα είναι εύκολο. Αυτή όμως είναι η λύση κι όποιος το αρνείται, εθελοτυφλεί.




Το όνειρο της επανένωσης κρατάει ζωντανούς τους ρομαντικούς. Η τελευταία εικόνα είναι το μήνυμα του καλού. Η κόρη του πρωταγωνιστή, αγκαλιά με τα δύο αρκουδάκια. Ένα παιδί δίνει το μήνυμα. " Από μικρό μαθαίνεις την αλήθεια ". Ακόμα κι αν χρειάστηκε νωρίτερα να θυσιαστεί ο ίδιος της ο πατέρας, που παρά την ιώβεια υπομονή του, δεν άντεξε και βρήκε τη λύτρωση στη μοναδική διέξοδο, που του είχε απομείνει, αναγκασμένος να ζει σε μία αιώνια αόρατη φυλακή.

Ένα απάνθρωπο σύστημα από άκρη σε άκρη, με ελάχιστες εξαιρέσεις, που πραγματικά μας δίνουν μία νότα αισιοδοξίας, πως ακόμα υπάρχει ελπίδα. Δυστυχώς, η ιστορία επαναλαμβάνεται. Τα παθήματα κι ο αβάσταχτος πόνος, δεν έγιναν μαθήματα, όπως θα έπρεπε. Ένας κόσμος τόσο λαμπερός στο φως, μα τόσο σκοτεινός στη σκιά. Μπορεί άραγε η ελευθερία, να μας εγγυηθεί την ευτυχία; 








Τρίτη 9 Μαΐου 2017

Η Κυνηγός με τον Αετό


O Ότο Μπέλ έχει γράψει τη δική του ιστορία στα ντοκιμαντέρ. Έχει ξεπεράσει τις 15 ταινίες κι όλες σε απομακρυσμένες περιοχές. Αυτή τη φορά επιλέγει το μακρινό Καζακστάν, ώστε να αναδείξει την ιστορία της 12χρονης, Αισολπάν, της πρώτης γυναίκας κυνηγού, με αετό. Πρόκειται για μία παράδοση, που μεταφέρεται από τον πατέρα στον υιό. Αφηγήτρια, η Daisy Ridley, που ο περισσότερος κόσμος, την έμαθε ως πρωταγωνίστρια του Star Wars-H δύναμη ξυπνάει.

Όρη Αλτάι, ένα μικρό κορίτσι αποφασίζει, πως μπορεί να πετύχει τα πάντα. Η δύναμη του ανθρώπου είναι ικανή να την επιβεβαιώσει. Η στήριξη κι η εμπιστοσύνη της οικογένειας (πατέρας-παππούς-μητέρα) απόλυτη. Αυτή η θετική προδιάθεση, διευκολύνει το δύσκολο εγχείρημα, που αναλαμβάνει. Θα κινδυνέψει, θα μοχθήσει, θα εκπαιδευτεί, θα κερδίσει το πρώτο Βραβείο στο Φεστιβάλ του Χρυσού Αετού, αλλά η ώρα της αλήθειας και παράλληλα της δικαίωσης είναι στο αληθινό κυνήγι, υπομένοντας όλες τις κακουχίες.




Δεν σας κρύβω, ότι από το Καζακστάν γνώριζα την Αστάνα. Μία πόλη, που έχει χτιστεί για λίγους στα πρότυπα της Νέας Υόρκης. Εδώ βλέπουμε κάτι εντελώς διαφορετικό. Μία μαγευτική φύση, απουσία κάθε μορφής τεχνολογίας (Δυτικός Κόσμος) κι ανθρώπους να τολμούν, να εκπληρώσουν τα όνειρά τους, με βάση τις σχέσεις τους και την αλληλοβοήθεια. Έχοντας συγχρόνως, προοδευτικές αντιλήψεις, περί ισότητας των δύο φίλων, στέλνοντας μ΄αυτόν τον τρόπο, ένα οικουμενικό μήνυμα.


Πρόκειται για ένα φιλμ, με βαθείς συμβολισμούς. Η σχέση κυνηγού-αετού, δείχνει τη αντίστοιχη του ανθρώπου με τη φύση. Επιβάλλεται να τη σέβεται, ώστε αυτή να του αποδίδει τα προς το ζην, σε μία σχέση έμμεσης ανταποδοτικότητας. Γι΄αυτό κι  ο αετός, εφτά χρόνια μετά, ελευθερώνεται, ώστε να ζήσει ελεύθερος. Με σεβασμό στην παράδοση, τα ήθη και τα έθιμα, που περνούν με ευλάβεια από γενιά σε γενιά.




Η ίδια η πρωταγωνίστρια τονίζει, εθίστηκα από την πρώτη στιγμή, την πρώτη φορά που κυνήγησα με τον αετό μου, εκείνο το πρωί είχα πολύ άγχος, ο μπαμπάς μου με ενθάρρυνε και μου έλεγε συνέχεια: «Αϊσολπάν, μπορείς να το κάνεις. Όλα θα πάνε καλά». Αργότερα, επισκέφθηκα διαφορετικές χώρες με ξεχωριστές κουλτούρες και πολιτισμούς, γνώρισα νέους φίλους, νέους ανθρώπους. Θέλω να γίνω γιατρός κι όχι ηθοποιός. Η μαμά μου έχει καρδιακά προβλήματα και θέλω να τη φροντίσω. Και κλείνει με το δικό της μήνυμα προς τα κορίτσια όλου του κόσμου, " Mην εγκαταλείπετε ποτέ τους στόχους σας. Προσπαθήστε σκληρά και μη τα παρατάτε. Να είστε δυνατές, ακριβώς όπως και οι θηλυκοί αετοί "


Ξεχωριστή μνεία κάνω στην απεικόνιση της φύσης. Μία άγρια ομορφιά. Λίγο καιρό μετά τα Δάση της Σιβηρίας, μεταφερόμαστε στην στέπα της Μογγολίας, με το χιόνι και τα βουνά να κυριαρχούν. Είναι σαγηνευτικό, σαν να σε καλεί, να αψηφήσεις τον κίνδυνο και να νικήσεις τον φόβο. Κι η χρονική διάρκεια του έργου ιδανική. Δεν προλαβαίνει να σε κουράσει, στιγμή να βαρεθείς. Σε ταξιδεύει νοερά.




Παρ΄ότι το φινάλε μοιάζει αναμενόμενο, ένιωσα ως θεατής δέος. Ταυτίστηκα με την ηρωίδα και τον αγώνα της, να καταφέρει βήμα βήμα τον στόχο της, παρά την αμφισβήτηση του περίγυρου, μίας ανδροκρατούμενης κοινωνίας. Μας αφήνει ένα αισιόδοξο μήνυμα, που το ενισχύει το τραγούδι της Sia (You can do anything) στο φινάλε. Ο τολμών νικά.




Πέμπτη 27 Απριλίου 2017

Lion


Ο Γκαρθ Ντέιβις, στην πρώτη του προσπάθεια, σκηνοθετεί το Lion, βασισμένο στην αληθινή ιστορία του Saroo Brierley. Ένα ευαίσθητο φιλμ, που έφτασε στις κορυφαίες υποψηφιότητες για το OSCAR καλύτερης ταινίας. Αγώνας επιβίωσης και παράλληλα ταξίδι ενηλικίωσης, από την Ανατολική Ινδία, στη χαοτική Καλκούτα κι από εκεί στην Τασμανία της Αυστραλίας και πάλι πίσω.

Ένα 5χρονο αγόρι χάνεται ένα βράδυ σε ένα Σιδηροδρομικό σταθμό. Για καλή του τύχη, το ένστικτο τον οδηγεί στο σωστό δρόμο, γλιτώνει από την απειλή των δουλεμπόρων και καταλήγει σε ένα ορφανοτροφείο. Πολλά πράγματα είναι γραφτά της μοίρας ενός ανθρώπου. Στέκεται τυχερός κι οι ανάδοχοι γονείς του, πολύ μακριά από την πατρίδα, τον εξοπλίζουν μ΄όλα τα απαραίτητα εφόδια, ώστε να μην του λείψει τίποτα. Στη ζωή όμως τα σημαντικότερα πράγματα, δεν είναι πράγματα. Κάπως έτσι αποφασίζει πως το ηθικό χρέος βρίσκεται πάνω από την απόλαυση της Μελβούρνης.


Θα μπορούσε κανείς να πει, πως το πρώτο μέρος είναι αψεγάδιαστο. Ο Sunny Pawar (μικρός Σαρού) είναι ο αντίστοιχος Tremblay από το Room για την κινηματογραφική σαιζόν, που διανύουμε. Τόσο αληθινός, τόσο έξυπνος, κερδίζει τον θεατή, με το προσωπικό του δράμα και τον τρόπο που το αντιμετωπίζει. Δεν μπορεί να τον ξεγελάσει κανείς. Στο δεύτερο μέρος μεταφερόμαστε σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον. Μπορεί η Νικόλ Κίντμαν, η Ρούνει Μάρα (Μυστική Γραφή πρόσφατα) κι ο Ντέβ Πατέλ (Slumdog Millionaire) να είναι τα βαριά χαρτιά της ταινίας, αλλά προσωπικά με άγγιξε περισσότερο η σπαρακτική μητέρα, Priyanka Bose.

Πρόσφατα στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης, είδαμε τις Μηχανές του Ραχούλ Τζέιν. Μετά λύπης μου διαπιστώνω, πως η κατάσταση στην Ινδία είναι πολύ άσχημη κι ίσως μη αναστρέψιμη με τα παρόντα δεδομένα. Η εκμετάλλευση αποτελεί καθημερινό φαινόμενο κι ανθρώπινη ζωή έχει μηδενική αξία, ελλείψει μόρφωσης, πολιτισμού και σκέψης. Μία κοινωνία δίχως ηθική κι αξίες, που το είναι συγκρούεται συνεχώς με το φαίνεσθαι. Κι όμως εν μέσω κακουχιών, το καλό κερδίζει, έστω και με αρκετή δόση τύχης.


Είναι τραγικό το γεγονός, ότι στην Ινδία, κάθε χρόνο, περίπου 80.000 παιδιά αγνοούνται, ενώ πάνω από 11.000.000 (ναι καλά διαβάσατε), ζουν στους δρόμους. Αρχικά η ταινία είχε τον τίτλο, " A Long Way Home ", όπως ακριβώς και τα απομνημονεύματα. Προφανώς όμως η ψυχή χιλίων λεόντων, που έδειξε ο Σαρού, οδήγησε την παραγωγή στην μετονομασία της στο Λιοντάρι. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι, ο πρωταγωνιστής, Ντ. Πατέλ, υποστήριξε, πως το σενάριο, ήταν το καλύτερο, που είχε διαβάσει ποτέ στη ζωή του. Άλλωστε είναι γνωστό πως η τέχνη αντιγράφει τη ζωή.


Η ζωή κάνει κύκλους. Ακριβώς έτσι, ο ενήλικας πια Σαρού, σπουδαστής, αποφασίζει να αναζητήσει το παρελθόν του, με τη βοήθεια της τεχνολογίας. Είναι μία επίπονη διαδικασία, τόσο για τον ίδιο, όσο και για τον περίγυρό του. Περνάει μία κρίση ταυτότητας κι αναζητεί τις πραγματικές του ρίζες. Η παλιννόστηση είναι ένα στοίχημα ζωής. 


Η φωτογραφία του Greig Frazer (Τhe Foxcatcher και Zero Dark Thirty) είναι αδιαμφισβήτητα κομμάτι της επιτυχίας. Από τη σκληρή Ινδία, μέχρι την ομορφιά της φύσης στην Αυστραλία, μέσα σε λίγα λεπτά. Η μουσική δένει αρμονικά με τις εικόνες και μας φέρνει κάπως στο μυαλό το εξαιρετικό Soundtrack του Moonlight. Και στο φινάλε μαζί με τις εικόνες των πραγματικών πρωταγωνιστών της ιστορίας, έρχεται το Never give up, που ερμηνεύει η Sia, για να αφήσει ένα ακόμα πιο αισιόδοξο μήνυμα. Ο επιμένων νικά.

Ένας ύμνος στον ίδιο τον Σαρού κι αυτά τα κατατρεγμένα παιδιά, που για να σε ευαισθητοποιήσει πρέπει να είσαι ακόμα άνθρωπος, να αφήνεσαι ελεύθερος, να έχεις αισθήματα. Μία περιπλάνηση, που ισοδυναμεί με ένα μάθημα ζωής για καθένα από εμάς, ώστε αφενός να εκτιμήσουμε, όσα θεωρούμε δεδομένα κι αφετέρου να απλώσουμε χείρα βοηθείας στον πλησίον ...









Τρίτη 25 Απριλίου 2017

" Εμφύλιος " την ώρα που βουλιάζει ...

'
Με πρόσχημα την κάθαρση στον χώρο του ποδοσφαίρου στην Ελλάδα, συγκεκριμένοι μηχανισμοί καταφέρνουν να αποπροσανατολίζουν τον κόσμο από τα προβλήματα της καθημερινότητας. Δεν είναι η πρώτη φορά, που στήνεται, τεχνηέντως μία κόντρα, μεταξύ ομάδων, προκειμένου η κοινή γνώμη να στρέψει εκεί το ενδιαφέρον της, την ώρα που δίπλα μας γίνονται σημεία και τέρατα. Να αρχίσει κανείς από το τέταρτο μνημόνιο, που είναι προ των πυλών, από τις ιδιωτικοποιήσεις, από τις μηδενικές μεταρρυθμίσεις και το νέο κύμα φόρων που αναμένεται; Δεν έχει τέλος. Η κατάσταση είναι απελπιστική. Ο κόσμος παραμένει αδρανής, επειδή όμως κάποια στιγμή η υπομονή τελειώνει, πρέπει την ενέργεια και το θυμό τους να τα εξωτερικεύσουν κάπου. Η κόντρα Βορρά-Νότου, ΠΑΟΚ-Ολυμπιακού ήταν παραδοσιακά κάτι που είχε την δύναμη να ιντριγκάρει τη μάζα. Ειδικά τώρα, που ο Δικέφαλος του Βορρά είναι οικονομικά δυνατός, εξαιτίας της παρουσίας του Ιβάν Σαββίδη, τα πράγματα είναι ακόμα ευκολότερα, ώστε να φανατιστεί ο κόσμος και να καλλιεργηθούν φρούδες ελπίδες, ανατροπής. Στην πραγματικότητα, συμβαίνει μία αλλαγή, το καταλαβαίνει ο καθένας, ωστόσο τίποτα δεν αλλάζει από την μέρα στην άλλη. Θέλει χρόνο. Η κάθε εμπλεκόμενη πλευρά έχει τους δικούς της μηχανισμούς προπαγάνδας και  χειραγώγησης του κοινού, με στόχο να κερδίσει επικοινωνιακά. Στο τέλος όμως, η ιστορία συνηθίζει να μην έχει happy end κι οι επιπτώσεις για την κοινωνία είναι δυσμενείς, όταν κοπάσει όλος αυτός ο ντόρος, καθώς το μέλλον μας υποθηκεύεται ολοένα και περισσότερο. Κι αυτή είναι η ουσία, που μένει στο φινάλε ...

Παρασκευή 21 Απριλίου 2017

Ηνωμένες Πολιτείες της Αγάπης


Πολωνικό σινεμά, σε Βαλκανικό φόντο. Αυτός ήταν ο πρώτος τίτλος, που μου ήρθε στο μυαλό, βλέποντας την νέα ταινία του Τόμας Βασιλέφσκι, που τιμήθηκε με Αργυρή Άρκτο Σεναρίου στο περσινό, Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου. Aυτή είναι η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη, που εξερευνά τον ανεκπλήρωτα έρωτα, την εποχή (1990) που ο κομμουνισμός υποχωρεί κι ο σοσιαλισμός επικρατεί.

Τέσσερα πορτραίτα γυναικών, που βρίσκονται εγκλωβισμένες σε μία κλειστή κοινωνία και προσπαθούν να επαναστατήσουν, η καθεμία με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο. Η Αγκάτα ερωτεύεται το απαγορευμένο κι είναι έτοιμη να τινάξει τον γάμο της στον αέρα. Η Ίζα, διευθύντρια του σχολείου, ερωτεύεται τον γιατρό, ζουν παράνομα, μέχρι το θάνατο της γυναίκας του, που φέρνει μία μεγάλη ανατροπή στα όνειρά της. Αδελφή της, παλιά νικήτρια καλλιστείων και νυν δασκάλα χορού και γυμναστικής, η Μαρζένα, περιμένει τον άντρα της, που έχει φύγει στη Γερμανία κι η Ρενάτα, μεσήλικας, άνεργη πλέον, ψάχνει ευκαιρία για επικοινωνία, παρακολουθώντας την γοητευτική γειτόνισσά της.

Πρόκειται για μία εποχή που οι ηθικές αναστολές κι οι ενδοιασμοί έχουν καμφθεί σε μεγάλο βαθμό. Είναι η πρώτη χρονιά της ελευθερίας. Υπερτερούν τα ένστικτα, των συναισθημάτων και της λογικής. Ήρθε η στιγμή της εκπλήρωσης των απωθημένων. Σαν να΄ταν φυλακισμένοι και τώρα ζουν ξανά. Η καθεμιά εκδηλώνει την αγάπη της διαφορετικά, ξεχωριστά. Από την διακριτική παρακολούθηση, στην απέλπιδα προσπάθεια, δίχως αξιοπρέπεια, στη διακριτική παρακολούθηση, τον ρομαντισμό και την κατανόηση.


Το δύσκολο είναι πως αυτό το έργο θα μιλήσει στη ψυχή του θεατή. Πρέπει ο ίδιος να κάνει κόπο, να εμβαθύνει, να σκεφτεί, να δώσει χρόνο κι ενδεχομένως μία δεύτερη ευκαιρία. Εδώ το σινεμά δεν είναι μόνο ψυχαγωγία, είναι αφορμή για εξερεύνηση μίας ολόκληρης εποχής, που αγγίζει το σήμερα. Άνθρωποι που δεν έζησαν στα όρια, δεν ρίσκαραν, δεν απογοητεύτηκαν, ούτε τόλμησαν, δυστυχώς δεν θα νιώσουν όσα πρέπει. Θα μείνουν στις σκηνές του sex και θα αναζητούν την αγάπη, με παράπονο προς τον σκηνοθέτη, που δεν τους χάρισε έτοιμη τροφή.

Κι όμως διεισδύοντας στο έργο, αντιλαμβάνεσαι τα αδιέξοδα που προκύπτουν. Άνθρωποι εγκλωβισμένοι, στην πραγματικότητα μόνοι, τους ενώνει η πολυκατοικία. Η ΜΟΝΑΞΙΑ κι η απομόνωση φωνάζουν. Ειδικά στη σκηνή που ο γιατρός επισκέπτεται την διευθύντρια ή σ΄αυτήν του συγκινητικού waltz. Η ελπίδα συγκρούεται με την αβεβαιότητα σε μία εποχή πλήρους απελευθέρωσης και μεγάλων αλλαγών κοινωνικοπολιτικά. Χαρακτηριστικά, που μας δείχνουν που βρισκόμαστε είναι το κάπνισμα, ακόμα η δύναμη της θρησκείας κι η διαφθορά με τις εξυπηρετήσεις, που σαφώς φτάνουν στην εποχή μας.


Οι ερμηνείες τόσο των γυναικών, όσο και των ανδρών, που τις υποστηρίζουν, προάγουν την πλοκή και δίνουν στον θεατή την εντύπωση, πως πρόκειται για φτασμένους ηθοποιούς με μεγάλη εμπειρία. Το δίκοπο μαχαίρι της ταινίας όμως, έχει ονοματεπώνυμο, Όλεγκ Μούτου (4 μήνες, 3 εβδομάδες, 2 ημέρες και Πίσω από τους Λόφους). Mολδαβός οπερατέρ, συνεργάτης του σπουδαίου Ρουμάνου, Κρίστιαν Μούντζιου κι εδώ ακριβώς γίνεται η σύνδεση, η γέφυρα με τα Βαλκάνια. Ο πενιχρός φωτισμός, το γκρίζο φόντο, από την πρώτη κιόλας σκηνή, δηλώνει την μετάβαση κι είτε σε κερδίζει και γίνεσαι κομμάτι του έργου, είτε σε αποθαρρύνει και χάνεσαι. Μέση κατάσταση, δεν υπάρχει.

Είναι μία καλή ταινία, αλλά δυστυχώς δεν είναι για όλους. Ίσως κάποιοι άνθρωποι που είναι στα όρια της κατάθλιψης ή βίωσαν αντίστοιχες εμπειρίες, ταυτιστούν με κάποια από τις βασικές ηρωίδες, κάποιοι άλλοι θα αποχωρήσουν από την σκοτεινή αίθουσα, απογοητευμένοι και μία τρίτη κατηγορία, πεπαιδευμένοι, θα κάνουν μία βουτιά, αναζητώντας την ουσία, πίσω από τις εικόνες και τις λέξεις. Η συντηρητική Ευρώπη, δυστυχώς, δεν μπορεί να αντέξει αυτό το σινεμά. Δε θέλει να κοιτάξει πίσω, ούτε δίπλα, συνεχίζει να χαράζει ένα συγκεκριμένο δρόμο, αδιάφορη, φορώντας παρωπίδες.




Τρίτη 18 Απριλίου 2017

Βερολίνο, Αντίο


O Φατίχ Ακίν επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη με ένα road trip ενηλικίωσης και σαφείς κοινωνικές αιχμές για προβλήματα, που μαστίζουν την κοινωνία της Γερμανίας. Μετά την τεράστια επιτυχία του Soul Kitchen το 2009, βλέπουμε μία δραματική κωμωδία για την επώδυνη αυτή φάση της ζωής μας, βασισμένος στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Βόλφγκανγκ Χέρντορφ, που έγινε best seller και μεταφράστηκε τουλάχιστον σε εικοσιπέντε γλώσσες.

Η σχολική χρονιά μόλις έχει ολοκληρωθεί. Ένα φαινομενικά αταίριαστο δίδυμο, ο Μάικ κι ο Τσικ, αποκλεισμένοι από τον περίγυρο της τάξης, αποφασίζουν να ξεκινήσουν ένα ασυνήθιστο ταξίδι για την ηλικία τους. Το μόνο σίγουρο είναι, πως κανείς δεν πρόκειται να τους αναζητήσει. Πυξίδα τους, η καρδιά, σε μία δοκιμασία που τους ωριμάζει, δίχως να το καταλάβουν και τους δένει για μία ζωή.




Η άγνοια κινδύνου, η παιδική αφέλεια κι η νεανική τρέλα τους οδηγούν σε αχαρτογράφητα μονοπάτια. Αυτό το καλοκαίρι θα μείνει για πάντα χαραγμένο στη μνήμη τους, διότι έκαναν το ξεπέταγμά τους κι έδωσαν νόημα στη γεμάτη πλήξη αστική ζωή τους, νικώντας τη δειλία και τον φόβο. Έζησαν στα όρια, στην ανομία, κινδύνεψαν, πάλεψαν, γνώρισαν νέα πρόσωπα και μέρη και τελικά επέστρεψαν στη βάση τους φανερά πιο δυνατοί. 

Ο ίδιος ο σκηνοθέτης τονίζει, πως τα γυρίσματα ήταν τα πλέον εξοντωτικά τις καριέρας του. Ίσως παρόμοια να ήταν η κατάσταση μόνο στην ταινία «Μαζί Ποτέ». Δεν είχαν τον χρόνο να δουν τι κάνουν σωστά και τι λάθος, έπρεπε απλά να συνεχίσουν. Και παρά την ένταση και την πίεση, ο Φ. Ακίν δεν έχασε το έλεγχο. Δημιούργησε μία ταινία ποιητική, που θέλοντας και μη παραδίνεσαι στη μαγεία της και γίνεσαι πρωταγωνιστής. Άραγε πόσοι είχαμε ονειρευτεί κάτι ανάλογο και δεν βρήκαμε ποτέ το κουράγιο, να το πραγματοποιήσουμε;




Η μαγεία της Φύσης, τα φανταστικά τοπία μίας Γερμανίας αλλιώτικης, που τα Μέσα δεν θέλουν να προβάλλουν, σε συνδυασμό με τη μουσική των R. Clayderman και Vince Pope απογειώνουν το έργο. Γεννιούνται συναισθήματα, ενεργοποιούνται οι αισθήσεις και μαεστρικά οδηγούμαστε σε ένα συγκινητικό φινάλε, που οι αξίες και τα ιδανικά κερδίζουν πανηγυρικά, τα εφήμερα της εποχής.

Πώς φτάσαμε όμως σ΄αυτήν την μοναδική εμπειρία; Ο Τσικ είναι Ρώσος, τσιγγανικής καταγωγής και αλλάζει συνεχώς ορφανοτροφεία, ο Μάικ είναι γόνος ευκατάστατης, πλην όμως προβληματικής οικογένειας, με αλκοολική μητέρα (εθισμός), που τα καλοκαίρια πηγαίνει στη " Φάρμα Ομορφιάς " κι αδιάφορο πατέρα (παραμέληση και ενδοοικογενειακή βία). Αν σ΄αυτά προσθέσουμε και το περίεργο παρουσιαστικό τους, που τους αποκλείει από τις κοινές δραστηριότητες του σχολείου (ρατσισμός), εύκολα καταλαβαίνει κανείς, γιατί έκαναν τη δική τους επανάσταση, τώρα που το αίμα τους ακόμα βράζει και τα θέλω μπορούν να νικήσουν τα πρέπει.




Σε αυτήν την ηλικία για να περάσεις καλά και να μείνεις χωρίς απωθημένα, πρέπει να είσαι και λίγο ψυχάκιας, όπως χαρακτηρίζουν οι συμμαθητές του, τον Μάικ. Να τολμάς, να ρισκάρεις, να γεύεσαι. Ο Τσικ άναψε απλά το φυτίλι. Κάποια στιγμή αναρωτιέμαι, τα καύσιμα δεν τελειώνουν ποτέ; Κι όταν συμβεί όμως αυτό θα βρουν τη λύση και μαζί τον έρωτα και τη ξεγνοιασιά μέσα στην περιπέτεια.

Μία ζωγραφιά, ένα παραμύθι με χιούμορ, ειλικρίνεια κι αυθορμητισμό, που αγγίζει τον θεατή. Ξεκινά κι ολοκληρώνεται με το σχήμα του κύκλου και μας θυμίζει πως κάθε " δάνειο " στη ζωή πληρώνεται ακριβά κι ότι σημασία έχει το ταξίδι, η στιγμή κι όχι απαραίτητα ο προορισμός ...










Δευτέρα 17 Απριλίου 2017

Fences


O Nτάνζελ Ουάσιγκτον, στην τρίτη του προσπάθεια, σκηνοθετεί για λογαριασμό του εαυτού του και της Βαιόλα Ντέιβις, το θεατρικό έργο του August Wilson, " Fences ", που κέρδισε Βραβεία, Πούλιτζερ και Τόνυ. Ένα έργο που έφτασε μέχρι την τελική ευθεία των OSCARs και χάρισε το Χρυσό Αγαλματίδιο Β΄γυναικείου ρόλου, στην πρωταγωνίστρια, που πραγματικά έθελξε με την παρουσία της.

Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του 50΄ στο Πίτσμπεργκ των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Ένας έγχρωμος, πρώην αθλητής του μπέιζμπολ (T.Mαξσόν), γεμάτος ανεκπλήρωτα όνειρα κι απωθημένα, εργάζεται ως καθαριστής, στη μάχη της βιοπάλης. Έχει πλέον μία κανονική ζωή, παρά τις περιπέτειες του παρελθόντος κι ισορροπεί καθημερινά ανάμεσα στα πρέπει και τα θέλω του. Κοντά του μία σύζυγος υπόδειγμα, στήριγμα, ικανή να πνίξει τις επιθυμίες της, προκειμένου να διατηρήσει στο ακέραιο το οικοδόμημα, που ονομάζεται οικογένεια.


H μεταφορά του έργου από την σκηνή στην Μεγάλη Οθόνη δεν ήταν εύκολη διαδικασία. Η επιθυμία του σκηνοθέτη όμως ήταν, Αφροαμερικάνος να αναλάβει το δύσκολο αυτό φορτίο. Κι αυτός έμελλε να είναι ο πρωταγωνιστής. Δίνεται η ευκαιρία στον θεατή να εντρυφήσει στην καθημερινότητα αυτών των ανθρώπων, να εμβαθύνει σε όσα βιώνουν και τον αντίκτυπο που έχουν πάνω τους, όσα έχουν προηγηθεί στις ζωές τους. " Κάποιοι χτίζουν τον φράχτη για να κρατάνε τους ανθρώπους έξω απ΄αυτόν κι άλλοι για να κρατάνε τους δικούς τους μέσα ".

Ακριβώς στη δεύτερη κατηγορία ανήκει η Ρόουζ. Mία υπομονετική γυναικά, που έχει μεγαλώσει, περνώντας δύσκολα παιδικά χρόνια, αλλά εκτιμάει όσα της έχει φέρει η ζωή. Είναι ό,τι πιο αισιόδοξο συναντάμε σε ολόκληρο το φιλμ. Από την άλλη, ο κυνικός Τρόι, αρνείται να αποδεχθεί, ότι ο κόσμος γύρω του συνεχώς αλλάζει κι ότι κι ο ίδιος έχει κάνει λάθη. Εξωτερικεύει την οργή του για την " άδικη " καθημερινότητα, στο πρόσωπο των γιο του. Στον αδελφό του (Μ.Williamson), που έχει χάσει τα λογικά του, οφείλει την τύχη του, ενώ τη φωνή της λογικής αποτελεί, ο φίλος του (St. Henderson), που κάνει την απέλπιδα προσπάθεια να τον επαναφέρει στην τάξη, πριν τα διαλύσει όλα, όταν αντιλαμβάνεται, πως έχει λοξοδρομήσει.


Κοινό στοιχείο είναι, ότι το παρελθόν κυνηγάει συνεχώς τους δύο πρωταγωνιστές. Τον Τρόι, με τον γιο του. Έχει το ταλέντο να γίνει επαγγελματίας αθλητής, αλλά ο ίδιος δεν αντέχει να τον δει να τον ξεπερνάει ή να περνάει όσα ο ίδιος, κατά την περίοδο της ενηλικίωσής του και τη Ρόουζ, με την κατάσταση, που επικρατεί στην οικογένεια κι ουσιαστικά αναβιώνει τον εφιάλτη, που έζησε μεγαλώνοντας, έχοντας αδέλφια από διαφορετικούς γονείς. Συγκλονιστικό το ξέσπασμα της, λίγο πριν το φινάλε. Όσο δύσκολα τα πνίγει μέσα της, τόσο εύκολα βγαίνουν σκληρά λόγια. Όταν ο κόμπος φτάσει στο χτένι, το ποτάμι δεν έχει γυρισμό.

Κι όμως το μεγαλείο της ψυχής την οδηγεί στη συγχώρεση. Ο φράχτης υποδηλώνει μεταφορικά τα όρια. Κάποιοι τα ξεπερνούν. Υπάρχει η θετική έννοια αυτού, η τόλμη κι η αρνητική του, η έλλειψη σεβασμού. Στο τέλος, ο καθένας όμως παίρνει ό,τι αξίζει. Οι άνθρωποι είναι οι επιλογές τους κι αυτές τους κυνηγούν, τους στοιχειώνουν.


Έργο ικανό να αγγίξει τον θεατή, να τον θέσει σε ρόλο πρωταγωνιστή και να τον κάνει να σκεφτεί, πως θα αντιδρούσε ο ίδιος, κάτω απ΄αυτές τις ομολογουμένως ιδιάζουσες συνθήκες. Ένα οικογενειακό δράμα, με αιχμές για τον ρατσισμό, τον κοινωνικό αποκλεισμό και τα " δεινά " του έγγαμου βίου. Με δύο σπουδαίες ερμηνείες και δευτερεύοντες ρόλους, που προάγουν την πλοκή και μας οδηγούν στο φινάλε, εκεί που δεν χωρούν εγωισμοί και καμία διάθεση εκδίκησης.










Τα Δάση της Σιβηρίας


Είναι κάποιες φορές, που δεν πας τόσο υποψιασμένος στον Κινηματογράφο, γι΄αυτό που θα δεις, απλά ο τίτλος σου έχει κινήσει την περιέργεια και φεύγοντας σου μένει η αίσθηση, ότι πραγματικά παρακολούθησες ένα αριστούργημα, για το οποίο ελάχιστος ντόρος έχει γίνει και θέλεις να το μοιραστείς με όσους περισσότερους μπορείς. Κάπως έτσι αποχώρησα, Μεγάλη Πέμπτη βράδυ από την αίθουσα Παύλος Ζάννας του Ολύμπιον. Τα Δάση της Σιβηρίας του Σαφί Νεμπού αποτελούν κάτι μεταξύ οδοιπορικού ντοκιμαντέρ και ταινίας θρίλερ για τη δύναμη του ανθρώπου και την ανάγκη του να ζήσει ελεύθερος. Το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Σιλβέν Τέσον, αποτελεί πηγή έμπνευσης για τον σκηνοθέτη, που αγγίζει την τελειότητα, με τούτο εδώ το έργο του, στην πέμπτη του προσπάθεια.

Ο Τεντί, ένας επιτυχημένος επαγγελματίας, που έχει κουραστεί με τη συμπεριφορά των ανθρώπων και τη βοή του κόσμου στο άστυ, αποφασίζει να τα παρατήσει όλα και να αποσυρθεί σε μία καλύβα, κοντά στη λίμνη, Βαικάλη στη Σιβηρία. Ο χειμώνας δριμύς, ο κίνδυνος συνεχώς ελλοχεύει. Από τα έντονα καιρικά φαινόμενα, μέχρι τις αρκούδες, που ψάχνουν φαγητό. Στο φόντο δεν υπάρχει ούτε κινητό τηλέφωνο, ούτε Διαδίκτυο, ούτε καν ηλεκτρικό ρεύμα. Κι όταν ο ίδιος χάνει τη μάχη, ως από μηχανής Θεός εμφανίζεται στο προσκήνιο, ο Αλεξέι και στην πορεία καλλιεργείται μεταξύ τους μία αληθινή σχέση, μία πραγματική, αντρική φιλία, που θα φτάσει μέχρι το τέλος.


Ομολογουμένως μιλάμε για μία μοναδική εμπειρία, που ζούμε κι εμείς, ως απλοί παρατηρητές, πλάι στον πρωταγωνιστή. Ο πρώην ιδιοκτήτης του λέει τη στιγμή της αποχώρησής του, " εδώ είναι το ιδανικό μέρος να αυτοκτονήσεις ". Βεβαίως δεν το καταλαβαίνει ποτέ, ωστόσο εμείς κατανοούμε πλήρως το παράτολμο της επιλογής του. Είναι όμως τόσο μεγάλα τα άγχη, τα βάρη του σύγχρονου πολιτισμού, που οδηγούν τον άνθρωπο στην απόλυτη μοναξιά κι απομόνωση. Κι όμως εκεί βρίσκει τη γαλήνη, σε πράγματα μικρά, που εμείς θεωρούμε δεδομένα και δεν τους δίνουμε την πρέπουσα σημασία. Επιστρέφει στη φύση, σε αυτή που τον γέννησε κι απολαμβάνει τη σιωπή.

Έχει όσο χρόνο χρειάζεται για περισυλλογή, κάθαρση του μυαλού και της ψυχής. Αποτελεί αναγκαιότητα, αυτή η επανεκκίνηση. " Eδώ νιώθω ζωντανός ". Οι αντιξοότητες δεδομένα θα τον κάνουν πιο δυνατό κι εφόσον αποφασίσει να επιστρέψει στα εγκόσμια, αυτή του η εμπειρία θα μείνει ανεξίτηλη και θα τον συνοδεύει, ώστε να ξεπερνάει τα αδιέξοδα. Παρακολουθούμε έναν αγώνα επιβίωσης, ένα αληθινό survivor και νικητής μπορείς να βγεις μόνο, αν συνεργαστείς. Να δώσεις και να πάρεις, νικώντας τις νόσους τις εποχής.


Η μουσική του Ιμπραίμ Μααλούφ (υποψήφια για Cesar) δένει εξαιρετικά με τα τοπίο. Χιόνια, άσπρο, άσπρο, άσπρο, το μάτι κουράζεται, αλλά η δράση δεν αφήνει τον εγκέφαλο να πάρει το μήνυμα. Είναι σαν να δρα ανταγωνιστικά στους υποδοχείς. Κάτι μοναδικό. Και μένω στην εικόνα του στερνού μονόπλευρου αποχαιρετισμού, του ύστατου χαίρε. Τεντί ... Αλεξέι ... Τεντί ... Αλεξέι ... Τεντί ... Αλεξεί. Μοιάζει παιχνίδι, μα είναι τόσο σοβαρό. Λυγίζεις. Σε διαλύει ...

Οι πάγοι σιγά σιγά λιώνουν και μαζί η κλεψύδρα αδειάζει. Ένας χρόνος, μία ολόκληρη ζωή, γεμάτος στιγμές και μαθήματα, που θα τον συντροφεύουν για πάντα. Γιατί τόλμησε, ρίσκαρε, έζησε στα όρια, ίσως και να τα ξεπέρασε και πλέον είναι ένας άλλος, καλύτερος, άνθρωπος. Κάπως έτσι μετέτρεψε την αυτοτιμωρία, την (αυτό)εξορία, σε λύτρωση και παραγωγικό χρόνο προς εξαγνισμό των αμαρτιών του παρελθόντος, ακροβατώντας σε ένα τεντωμένο σχοινί ...






Τετάρτη 12 Απριλίου 2017

Πρωί Μεγάλης Τρίτης


Στη ζωή δεν χρειάζονται πολλά πράγματα. Ένα πρωινό σε έναν τόπο ξένο, που νιώθεις τόσο οικείο, σε αναζωογονεί. Λίγο αεράκι, περνώντας διώχνει έγνοιες και προβλήματα. Η δροσιά θυμίζει πως ακόμα είναι Άνοιξη. Το ίδιο και τα ανθισμένα λουλούδια. Η μουσική ικανή να σε συνεπάρει. Η σκέψη νοερά ταξιδεύει, είναι ελεύθερη, κάνει κι αυτή το διάλειμμά της από την καθημερινότητα. Είναι λίγες ώρες, ξεγνοιασιάς, απόλαυσης, που μεγαλώνοντας καταλαβαίνεις πως συνεχώς θα μειώνονται, όσο οι ευθύνες αυξάνονται.

Τρίτη 11 Απριλίου 2017

H μυστική γραφή


Ο Τζιμ Σέρινταν στα 68 του χρόνια επιστρέφει στην Ιρλανδία και σκηνοθετεί το best seller του Σεμπάστιαν Μπάρι, " Τhe Secret Scripture ". 'Eνα έργο, που έχει τεράστια δύναμη κι ένα συγκλονιστικό φινάλε, ύστερα από συνεχείς ανατροπές. Σε πολλούς φάνηκε προβλέψιμο. Ίσως να μην μπορούν πλέον να απολαύσουν το σινεμά, περνώντας τα χρόνια. Προσωπικά συνέλεξα πολλά στοιχεία, που με κάνουν να θεωρώ την ταινία μεστή, ένα κοινωνικό δράμα υψίστης σημασίας και μία από τις τρεις καλύτερες της χώρας την τελευταία τριετία, μαζί με το Glassland και το " Eρασιτέχνες Παράνομοι ".

Μία ψυχιατρική κλινική είναι έτοιμη να αδειάσει και να μετατραπεί σε ένα πολυτελές σπα. Από την αρχή η εστίαση αφορά μία γυναίκα, τη Ροζάν ΜακΝάλτι. Σύντομα θα μάθουμε την πικρή της ιστορία και τον αγώνα της δικαίωση, λίγο πριν συναντήσει νομοτελειακά τον θάνατο. Ο ψυχίατρος, Στίβεν Γκριν, θα ασχοληθεί επισταμένα με την περίπτωσή της, δείχνοντας υπομονή κι αληθινό ενδιαφέρον, σε αντίθεση με κάθε άλλον στο παρελθόν και στο τέλος θα βγουν κι οι δύο κερδισμένοι στη μάχη ενάντια στον χρόνο και τις συγκυρίες, που τόσα χρόνια τους χώριζαν.


Η δράση λαμβάνει χώρα κυρίως στο παρελθόν. Μέσω ενός παρατεταμένου flash back πληροφορούμαστε, πως η πανέμορφη, Ρόουζ έφτασε εδώ. Μία ηρωίδα της ζωής, μία άξια γυναίκα, που έζησε στα όρια κόντρα στο ρεύμα της εποχής και τιμωρείται σκληρά, για την τόλμη της. Από το Μπέλφαστ, μεταφέρεται βίαια στο Σλίγκο. Ο εγκλεισμός της φυσικά ήταν πέρα για πέρα άδικος, όπως μας δείχνει ξεκάθαρα η ιστορία που ξετυλίγεται. Οδηγείται στην καταστροφή, μέσα από τις αλλεπάλληλες απώλειες, που βιώνει. Πρώτα ο άντρας, μετά ο γιος και τέλος η ίδια της η ελευθερία. Ποιος ήταν άραγε ο ρόλος του κρατικού μηχανισμού; " Απάνθρωποι εκκένωσαν τη δημοκρατία, που δεν ήταν σε πόλεμο ".




Η ίδια δίνει τον περήφανο αγώνα της να μη ξεχάσει. Γι΄αυτόν ακριβώς τον λόγο γράφει συνεχώς, τη δική της, Βίβλο. Κρατάει ένα ημερολόγιο. Όλος της ο πλούτος είναι αυτό. Έχει πίστη για ηθική κι όχι μόνο,δικαίωση. Μέσα σε έναν λαβύρινθο αναζητά την αλήθεια, λίγο πριν το τέλος της ζωής της και το ένστικτο την οδηγεί στο να κερδίσει και πάλι πίσω της αναμνήσεις της κι ό,τι πολυτιμότερο της έχει απομείνει στη ζωή.

Τον πρωταγωνιστικό ρόλο μοιράζονται, η αρχοντική Βανέσσα Ρεντγκρέιβ κι η εκθαμβωτική, Ρούνει Μάρα, ενώ ο εκπληκτικός στη Γυάλινη Πόλη, Τζακ Ρέινορ, υποδύεται τον Μάικλ και κερδίζει την κούρσα διεκδίκησης της όμορφης κοπέλας. Από την αναφορά μου φυσικά δεν μπορώ να παραλείψω, τον Έρικ Μπάνα, που διαδραματίζει κομβικό ρόλο, ώστε να τρέξει η πλοκή και να φτάσουμε στο λυτρωτικό τέλος. Που τέλος σημαίνει η επίτευξη του σκοπού. Η θεία δίκη, η νίκη του καλού.




Την επιτυχία μεγαλώνει δε, η φωτογραφία του Ρώσου, Μιχαήλ Κρίχμαν, που γνωρίσαμε στο εξαιρετικό, Leviathan, όπως κι η φυσική ομορφιά της χώρας. Παράλληλα θίγονται ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα. Από πού να ξεκινήσουμε; Από το ρόλο της εκκλησίας, από τον φόβο του μικρόκοσμου, για να φτάσουμε μέχρι τον πόλεμο. Τη μεγαλύτερη κατάρα, που τόσα δεινά σκορπάει στην ανθρωπότητα και τα αθώα θύματα, που παίρνει μαζί κι αφήνει πίσω του.


Κάποιος τόλμησε, να ακούσει και να ψάξει την ιστορία, ακόμα κι αν ήταν μοιραίο να το κάνει, έδειξε αλληλεγγύη και δύο ζωές σώθηκαν. Η Μυστική Γραφή αποτελεί ύμνο για όποιον ακόμα και σήμερα θυμάται, πονάει και κυνηγάει το αδύνατο. Αυτό, που γνωρίζει ό,τι αξίζει, αλλά κάποιοι του το έχουν στερήσει άδικα. Οι αρχαίοι άλλωστε το έλεγαν ξεκάθαρα, ο τολμών νικά ή αν θέλετε, η τύχη ού ξυλαμβάνει τοις αθύμοις ...













Σάββατο 8 Απριλίου 2017

Παράδοξη ευτυχία


Tα χρόνια που περνάμε είναι δύσκολα κι όχι μόνο στην Ελλάδα, σε ολόκληρο τον κόσμο. Ακόμα κι εκεί, που το σκηνικό μοιάζει ιδανικό, ενυπάρχουν προβλήματα βαθιά ριζωμένα στις ψυχές και την καθημερινότητα των ανθρώπων. Ο Σβεν Ταντίκεν στην τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία, ξεκίνησε από το Κάρλοβι Βάρι και συνεχίζει να ταράζει, όσους μπορούν ακόμα να αφεθούν ελεύθεροι για περίπου εκατό λεπτά στο σινεμά. Βασισμένος στην " Αρχέγονη Ευτυχία " της Σκωτσέζας, Άλισον Λουίς Κένεντι σκηνοθετεί το παράδοξο της ιστορίας, που κρύβεται μέσα σε μικρά, απλά πράγματα, που δίνουν χρώμα στις ζωές μας.

Η Έλενε είναι μία σύζυγος εγκλωβισμένη σε έναν ατυχή γάμο. Αναζητεί την ταυτότητά της κι ένα στήριγμα, κάπου να ακουμπήσει για να συνεχίσει να ελπίζει. Ο άντρας της, διαρκώς νευριασμένος, θυμωμένος, όλα του φταίνε. Αυτή ψάχνει πλέον διέξοδο, στην " αγκαλιά " ενός ψυχολόγου. Δεν είναι εύκολο. Για να θεραπευτεί, πρέπει να αποδεχθεί, πως έχει θέμα. Κι εκεί έγκειται, κατά την ταπεινή μου άποψη, το μεγαλύτερο μερίδιο της επιτυχίας. Πού να φανταστεί όμως κανείς τι κρύβει μέσα του αυτός ο άνθρωπος; Ποια είναι τα πάθη του κι οι εμμονές του; Οι ρόλοι κάποια στιγμή θα αντιστραφούν κι οι ανατροπές θα είναι συνεχείς, μέχρι το λυτρωτικό φινάλε.


Συχνά η απελπισία ή έλλειψη δύναμης κι αυτοπεποίθησης οδηγούν στον Θεό. " Που είσαι; " Οι περισσότεροι τότε τον θυμούνται. Καλώς ή κακώς, μόνο η ψυχή τους το ξέρει. Όταν κι εκεί δεν βρουν αυτό που ψάχνουν, μία ανταπόκριση, ισορροπούν στα όρια της τρέλας και της κατάθλιψης. Όλα τα παραπάνω σε συνάρτηση με το πόσο ισχυρή προσωπικότητα έχεις δημιουργήσει και πόσο ευάλωτος είσαι. Πάντα όμως, υπάρχει λύση. Αρκεί να θέλεις πραγματικά να την βρεις. Αν το επιθυμείς, θα τα καταφέρεις.

Πότε ήσουν τελευταία φορά ευτυχισμένη; Αλήθεια εσείς πότε ήσαστε και συνάμα ξέχνοιαστοι; Αυτή είναι η εποχή, που ζούμε και μεγαλώνουμε, ανεξαρτήτου χώρας. Γεμάτη αδιέξοδα, με λιγοστή άμεση επικοινωνία, γεμάτη υλικά αγαθά και κενές ψυχές. Για να νιώσεις και πάλι άνθρωπος, πρέπει να επιστρέψεις πίσω στα απλά. Να φλερτάρεις, να νιώσεις σημαντικός, να ξαναχτίσει κάτι υγιές από την αρχή, δίχως να συμβιβάζεσαι με το εφήμερο, να φεύγει έτσι ο καιρός. Γιατί δεν θα ξαναγυρίσει.

Η ίδια η συγγραφές είχε τονίσει, " μπορείτε να δείτε τις λέξεις σε αυτή τη σελίδα κι επειδή αυτές συνηθίζω να επιλέγω, θα σας φανερώσουν τη μορφή μου. Βρίσκομαι εδώ για να με διαβάσετε, όπως θα διαβάζατε την αποτύπωση του σώματός μου, σε ένα κρεβάτι, μετά από μία ανήσυχη νύχτα.


Μεγάλο μέρος στην επιτυχία της ταινίας διαδραματίζουν, οι Μαρτίνα Γκέντεκ και Ούλτριχ Τουκούρ (μαζί στις Ζωές Των Άλλων για πρώτη φορά), που είναι οι δύο πρωταγωνιστές. Από την μία η Γερμανίδα, ίσως στον καλύτερο ρόλο της καριέρας της. Με την κάμερα να εστιάζει πάνω της και να ακτινογραφεί τον γολγοθά της. Το κλάμα, τον πόνο, το δειλό χαμόγελο, την επιστροφή της άσωτης, την ταλαιπωρία κι εν τέλει την ευτυχία.  Η φωτογραφία της Ντανιέλα Κναπ, την αναδεικνύει σε κινητήριο μοχλό της δράσης. Πράος, με πίστη στον εαυτό του, αλλά κυριευμένος από ασίγαστα πάθη, ο συμπρωταγωνιστής. Έχει τον τρόπο να κερδίσει τη συμπάθεια και το σθένος να νικήσει τελικά, ό,τι τον σκοτώνει αργά. Γκλουχ το όνομά του στην ταινία σημαίνει ευτυχία. Προφητικό ή απλά τυχαίο;

Στόχος του ανθρώπου, πρέπει να είναι κάθε μέρα να ξεπερνάει τον εαυτό του. Να βάζει έναν μικρό στόχο και να τον πετυχαίνει. Με τον καιρό θα πειστεί, πως μπορεί να καταφέρει τα πάντα. " Πιστεύω σε κάτι, άρα πιστεύω σε μένα ". Τα πάντα ρεί. Αρκεί ο εγκέφαλος μας, να πάρει το μήνυμα της αλλαγής. Από εκεί και πέρα το δύσκολο, γίνεται εφικτό.

Μένω σε μία εικόνα. Με την Ελένε στο νοσοκομείο και τον Έντουαρντ στο πλευρό της να της λέει, πως είναι ένα όμορφο σαραβαλάκι. Σχήμα οξύμωρο. Την κάνει όμως να γελάσει. Αυτή ακριβώς είναι η αίσθηση, που αφήνει το φιλμ στον θεατή. Μέσα από αντιθέσεις, ανατροπές, το καλό νικάει. Τα ετερώνυμα έλκονται και ζουν τις πιο δυνατές στιγμές, βιώνουν τις πιο όμορφες εμπειρίες.

Η αποξένωση των ανθρώπων από τη φύσης του θεωρώ, πως είναι το μείζον θέμα. Και στη δική μας περίπτωση, δύο απ΄αυτούς κερδίζουν ξανά την αληθινή ζωή. Μπορούν να αγγίξουν ο ένας τον άλλον. Να μιλήσουν, να ερωτευθούν, να αγαπηθούν. Το έργο έχει τη δύναμη να σε συνεπάρει, να σε θέσει σε θέση πρωταγωνιστή, να ξεχάσεις πως ξεκίνησε η ιστορία και πως τελικά ολοκληρώνεται. Σε υπνωτίζει και σε αφήνει ξυπνώντας με την καλύτερη αίσθηση ...